Ὅτι δὲ πολὺς ἔν τε τῷ νόμῳ καὶ τοῖς ἁγίοις προφήταις ὁ λόγος περὶ τῆς κατὰ φύσιν ζωῆς, τουτέστι τοῦ Μονογενοῦς, πᾶσιν οἶμαι τοῖς φιλομαθέσιν ὑπάρχειν καταφανές. <Δόξαν παρὰ ἀνθρώπου οὐ λαμβάνω, ἀλλ᾽ ἔγνωκα ὑμᾶς ὅτι τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔχετε ἐν ἑαυτοῖς.> Αἰσθάνεται πάλιν, μᾶλλον δὲ ὁρᾷ θεοπρεπῶς, τὸ δυσπειθὲς καὶ δυσήνιον τῶν Φαρισαίων καταδακνόμενον στῖφος, καὶ οὐ πάντως ἐφ᾽ οἷς ᾐτιᾶτο τὰς θείας ὡς οὐ δεόντως ἐρευνῶντας γραφὰς, ἀλλ᾽ ἐπὶ τῷ μᾶλλον εἰπεῖν “Οὐ θέλετε ”ἐλθεῖν πρὸς μέ.” ἃ γὰρ αὐτοὶ νοσοῦσιν εὐκόλως, ταῦτα δύνασθαι κρατεῖν καὶ ἐπὶ τοῦ Σωτῆρος πιστεύουσιν· ᾤοντο γὰρ δὴ κατὰ τὸ εἰκὸς, ἐκ πολλῆς καὶ τοῦτο παθόντες ἀνοίας φιλαρχεῖν ἤδη κατ᾽ αὐτῶν τὸν Κύριον, καὶ τὰς παρὰ πάντων τιμὰς ἑαυτῷ πραγματεύεσθαι θέλειν, διὰ τοῦ καλεῖν εἰς μαθητείαν αὐτούς. τοιαύτην τινὰ τὴν ὑπόνοιαν λαβόντες εἰς νοῦν, ἐκπεσεῖσθαι μὲν ὅσον οὐδέπω τῆς κατὰ τοῦ ἔθνους ἐξουσίας προσεδόκων αὐτοί· διεπρίοντο δὲ οὐ μικρῶς τὸν κληρονόμον ὁρῶντες ἀπαιτεῖν ἐθέλοντα τὸν τοῦ ἀμπελῶνος καρπόν. διὸ δὴ πάλιν, ὅσον ἧκεν εἰς ὀργὴν καὶ τοὺς ἐπὶ τοῖς εἰρημένοις φθόνους, μονονουχὶ λέγουσι τὸ ἐν ταῖς εὐαγγελικαῖς παραβολαῖς “Δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτὸν καὶ σχῶ- ”μεν τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ.”
Μετάφραση
Το ότι υπάρχει πολύς λόγος, τόσο στον νόμο όσο και στους αγίους προφήτες, περί της κατά φύσιν ζωής, δηλαδή του Μονογενούς, νομίζω ότι είναι φανερό σε όλους τους φιλομαθείς. <Δόξα από άνθρωπο δεν λαμβάνω, αλλά σας έχω γνωρίσει, ότι την αγάπη του Θεού δεν την έχετε μέσα σας.> Αντιλαμβάνεται πάλι, ή μάλλον βλέπει θεοπρεπώς, το απείθαρχο και ατίθασο πλήθος των Φαρισαίων να κατατρώγεται από οργή, και όχι βέβαια για όσα τους κατηγορούσε, ότι δηλαδή δεν ερευνούν όπως πρέπει τις θείες Γραφές, αλλά μάλλον επειδή τους είπε: «Δεν θέλετε να έλθετε σε μένα». Διότι, για όσα πάθη νοσούν οι ίδιοι εύκολα, πιστεύουν ότι μπορούν να κυριαρχούν και στον Σωτήρα· επειδή νόμιζαν, πάσχοντας και αυτό από πολλή ανοησία, ότι ο Κύριος πλέον επιθυμεί από φιλαρχία να τους εξουσιάσει, και ότι θέλει να εξασφαλίσει για τον εαυτό του τις τιμές όλων, με το να τους καλεί να γίνουν μαθητές του. Έχοντας λοιπόν βάλει στον νου τους μια τέτοια υποψία, οι ίδιοι περίμεναν ότι όπου να 'ναι θα έχαναν την εξουσία τους πάνω στο έθνος. Και εξοργίζονταν σφόδρα, βλέποντας τον κληρονόμο να θέλει να απαιτήσει τον καρπό του αμπελώνα. Γι' αυτό, λοιπόν, πάλι, στο έπακρο της οργής και του φθόνου τους για όσα ειπώθηκαν, σχεδόν λένε εκείνο που αναφέρεται στις ευαγγελικές παραβολές: «Ελάτε να τον σκοτώσουμε και να κρατήσουμε την κληρονομιά του».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες