Τί δὲ οὐχὶ καὶ φάσκοντι πιστευτέον τὸ «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή;» Συνάρθρως δὲ καὶ μοναδικῶς ἑαυτὸν εἶναι λέγων τὴν ζωήν, ἆρ᾽ οὐκ ἐξώσειεν ἂν τοῦ εἶναι ζωὴν τὸν Πατέρα καὶ Θεόν, εἰ μὴ φύσεως μιᾶς ἄμφω τε εἶναι δώσομεν, καὶ δι᾽ ἀμφοῖν εἰς ἡμᾶς ἐν ἴσῳ τὸ χρῆμα ἰέναι, καὶ οὔτι που δυοῖν, ἀλλ᾽ ὡς ἐξ ἑνὸς τοῦ τὰ πάντα ζωογονοῦντος Θεοῦ; Β. Ὧδε ἔχει. Α. Ἦ οὐκ «ἐν αὐτῷ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν;» Β. Παντάπασι μὲν οὖν, εἴπερ εἶναι συγχωρήσομεν ἀληθῆ τὸν ἱερώτατον Παῦλον. Α. Ἀληθὴς μὲν οὖν· πῶς γὰρ οὔ; Ζῇ γὰρ ἐν αὐτῷ καὶ λαλεῖ Χριστός, ὅς ἐστιν ἡ ἀλήθεια. Θέα δὴ οὖν, ὦ φιλότης, ὡς ἐν Θεῷ μὲν Πατρὶ ζῶμεν καὶ κινούμεθα, καὶ ἐσμέν. Ὁ δέ γε τοῦ εἶναι καὶ ζῇν χορηγὸς οὐχ ἕτερος ἂν εἴη παρὰ τὸν ἐξ αὐτοῦ πεφηνότα Υἱόν, ὃς τοῖς τοῦ Πατρὸς ἰδιώμασιν ὑπάρχων διαπρεπὴς καὶ ζωῆς τῆς κατὰ φύσιν βλάστημα ζωοποιόν, ὡς ἴδιον ἀγαθὸν ἐνίησι τὴν ζωὴν τοῖς τούτου δεδεημένοις καὶ ὅλην συνέχει πρὸς τὸ εἶναι τὴν κτίσιν. Καὶ γοῦν Ἰουδαίοις προσλαλῶν, «Ἀμὴν ἀμήν, φησί, λέγω ὑμῖν, οὐ Μωσῆς δέδωκεν ὑμῖν τὸν ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, ἀλλ᾽ ὁ Πατήρ μου δίδωσιν ὑμῖν τὸν ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ τὸν ἀληθινόν. Ὁ γὰρ ἄρτος τοῦ Θεοῦ ἐστιν ὁ καταβαίνων ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ζωὴν διδοὺς τῷ κόσμῳ.» Εἶτα τὴν ἰδίαν ἡμῖν κατασημαίνων φύσιν, «Ἀμὴν ἀμήν, φησί, λέγω ὑμῖν· ὁ πιστεύων ἔχει ζωὴν αἰώνιον.
Μετάφραση
Γιατί να μην πιστέψουμε και εκείνον που λέει «Εγώ είμαι η οδός και η αλήθεια και η ζωή;» Και λέγοντας με άρθρο και με μοναδικό τρόπο ότι αυτός είναι η ζωή, άραγε δεν θα απέκλειε το να είναι ζωή ο Πατέρας και Θεός, αν δεν παραδεχτούμε ότι και οι δύο είναι μίας φύσεως, και ότι μέσω και των δύο έρχεται σε εμάς εξίσου το δώρο της ζωής, και βέβαια όχι από δύο, αλλά σαν από τον ένα Θεό που ζωογονεί τα πάντα; Β. Έτσι είναι. Α. Άραγε δεν ισχύει ότι «εν αυτώ ζούμε και κινούμαστε και υπάρχουμε;» Β. Απολύτως, εφόσον δεχτούμε ότι ο ιερότατος Παύλος είναι αληθής. Α. Βεβαίως είναι αληθής· πώς να μην είναι; Διότι ζει μέσα του και μιλάει ο Χριστός, ο οποίος είναι η αλήθεια. Δες λοιπόν, φίλε μου, ότι μέσα στον Θεό Πατέρα ζούμε και κινούμαστε, και υπάρχουμε. Αλλά ο χορηγός της υπάρξεως και της ζωής δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από τον Υιό που προήλθε από αυτόν, ο οποίος λάμποντας με τα ιδιώματα του Πατέρα και όντας ζωοποιό βλάστημα της κατά φύσιν ζωής, ως δικό του αγαθό μεταδίδει τη ζωή σε αυτούς που την έχουν ανάγκη και συγκρατεί ολόκληρη την κτίση στην ύπαρξη. Γι' αυτό, μιλώντας στους Ιουδαίους, λέει: «Αμήν, αμήν σας λέω, δεν σας έδωσε ο Μωυσής τον άρτο από τον ουρανό, αλλά ο Πατέρας μου σας δίνει τον άρτο από τον ουρανό τον αληθινό. Διότι ο άρτος του Θεού είναι αυτός που κατεβαίνει από τον ουρανό και δίνει ζωή στον κόσμο.» Έπειτα, υποδεικνύοντάς μας τη δική του φύση, λέει: «Αμήν, αμήν σας λέω· αυτός που πιστεύει έχει ζωή αιώνια».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες