Κεφάλ. ϛʹ. ΜΑΤΘΑΙΟΣ. Δεῦτε, οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου· ἐπείνασα γὰρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν· ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με· ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με· γυμνὸς, καὶ περιεβάλετέ με· ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με· ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με. Καὶ μετ᾽ ὀλίγα· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε. ΙΩΑΝΝΗΣ. Ἐπάρας οὖν τοὺς ὀφθαλμοὺς ὁ Ἰησοῦς, καὶ θεασάμενος, ὅτι πολὺς ὄχλος ἔρχεται πρὸς αὐτὸν, λέγει πρὸς τὸν Φίλιππον· Πόθεν ἀγοράσομεν ἄρτους, ἵνα φάγωσιν οὗτοι; καὶ τὰ ἑξῆς. ΠΡΟΣ ΚΟΡ. αʹ. Περὶ δὲ τῆς λογίας τῆς εἰς τοὺς ἁγίους, ὥσπερ διέταξα ταῖς Ἐκκλησίαις τῆς Γαλατίας, οὕτω καὶ ὑμεῖς ποιήσατε. Κατὰ μίαν Σαββάτων ἕκαστος ὑμῶν παρ᾽ ἑαυτῷ τιθέτω, θησαυρίζων ὅ τι ἂν εὐοδῶται· ἵνα μὴ, ὅταν ἔλθω, τότε λογίαι γίνωνται.
Μετάφραση
Κεφάλαιο ΣΤ΄. ΜΑΤΘΑΙΟΣ. Ελάτε, οι ευλογημένοι του Πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία που έχει ετοιμαστεί για εσάς από την καταβολή του κόσμου· διότι πείνασα, και μου δώσατε να φάω· δίψασα, και μου δώσατε να πιω· ξένος ήμουν, και με φιλοξενήσατε· γυμνός, και με ντύσατε· ασθένησα, και με επισκεφθήκατε· ήμουν στη φυλακή, και ήλθατε σε μένα. Και λίγο πιο κάτω: Αλήθεια σας λέω, εφόσον το πράξατε σε έναν από αυτούς τους αδελφούς μου τους ελάχιστους, το πράξατε σε εμένα. ΙΩΑΝΝΗΣ. Υψώνοντας λοιπόν τα μάτια ο Ιησούς, και βλέποντας ότι έρχεται προς αυτόν πολύ πλήθος, λέει προς τον Φίλιππο: Από πού θα αγοράσουμε άρτους, για να φάνε αυτοί; και τα εξής. ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α΄. Σχετικά δε με τον έρανο υπέρ των αγίων, όπως διέταξα στις Εκκλησίες της Γαλατίας, έτσι να πράξετε και εσείς. Την πρώτη ημέρα της εβδομάδας ο καθένας από εσάς ας βάζει κατά μέρος στο σπίτι του, αποταμιεύοντας ό,τι του επιτρέπει η ευπορία του· ώστε να μη γίνονται έρανοι τότε, όταν θα έλθω.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες