Ὁ γὰρ ψυχικὸς ἄνθρωπος, τουτέστιν, ὁ λογισμοῖς ἀνθρωπίνοις καὶ ψυχικοῖς, ἤτοι φυσικοῖς, ἑπόμενος, οὐ δέχεται τὰ ὑπὲρ φύσιν καὶ πνευματικά· ὥσπερ οὖν καὶ τὴν πνευματικὴν βρῶσιν τῆς τοῦ Κυρίου σαρκὸς οὐ νοεῖ, ἧς οἱ μὴ μεταλαμβάνοντες, ἀμέτοχοι ἔσονται τῆς αἰωνίου ζωῆς, ὡς μὴ παραδεξάμενοι τὸν Ἰησοῦν τὸν ὄντα ζωὴν ἀληθινήν. Οὐ γὰρ ψιλοῦ ἀνθρώπου σάρξ ἐστιν ἡ ἐσθιομένη, ἀλλὰ Θεοῦ, καὶ θεοποιεῖν δυναμένη, ὡς ἀνακραθεῖσα θεότητι. Αὕτη καὶ ἀληθῶς ἐστι βρῶσις, καθὸ οὐ πρὸς ὀλίγον καιρὸν διαρκεῖ, οὐδὲ φθείρεται καθάπερ ἡ ῥευστὴ βρῶσις, ἀλλὰ τῆς αἰωνίου ζωῆς ἐστιν ἐπίκουρος. Ὁμοίως δὲ καὶ ἡ πόσις τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου, ἀληθῶς ἐστι πόσις, ὅτι μὴ πρὸς καιρὸν ἐπαρκεῖ τῷ δίψει, ἀλλ’ εἰς ἀεὶ ἄδιψον διατηρεῖ καὶ ἀνεπιδεῆ τὸν πιόντα· καθὼς καὶ πρὸς τὴν Σαμαρεῖτιν ἔλεγεν, ὅτι, «Ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω, οὐ διψήσῃ.» Ὅστις γὰρ τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος διὰ τῆς μεταλήψεως τῶν θείων μυστηρίων δέξεται, οὔτε λιμώττει νοητὸν λιμόν, οὔτε διψᾷ δίψος, οἷον οἱ ἄπιστοι. «Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα, καὶ πίνων μου τὸ αἷμα, ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ. Καθὼς ἀπέστειλέ με ὁ ζῶν Πατήρ, κἀγὼ ζῶ διὰ τὸν Πατέρα· καὶ ὁ τρώγων με, κἀκεῖνος ζήσεται δι’ ἐμέ. Οὗτός ἐστιν ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς· οὐ καθὼς ἔφαγον τὸ μάννα οἱ πατέρες ὑμῶν ἐν τῇ ἐρήμῳ, καὶ ἀπέθανον.
Μετάφραση
Διότι ο ψυχικός άνθρωπος, δηλαδή αυτός που ακολουθεί ανθρώπινους και ψυχικούς, ήτοι φυσικούς, λογισμούς, δεν αποδέχεται τα υπερφυσικά και πνευματικά. Όπως ακριβώς, λοιπόν, δεν κατανοεί και την πνευματική βρώση της σάρκας του Κυρίου, της οποίας όσοι δεν μεταλαμβάνουν, θα είναι αμέτοχοι της αιώνιας ζωής, επειδή δεν αποδέχθηκαν τον Ιησού, ο οποίος είναι η αληθινή ζωή. Διότι η σάρκα που τρώγεται δεν είναι ενός απλού ανθρώπου, αλλά του Θεού, και έχει τη δύναμη να θεοποιεί, καθώς έχει αναμειχθεί με τη θεότητα. Αυτή είναι πράγματι αληθινή τροφή, επειδή δεν διαρκεί για λίγο χρόνο, ούτε φθείρεται όπως η ρευστή τροφή, αλλά είναι αρωγός της αιώνιας ζωής. Ομοίως δε και η πόση του αίματος του Κυρίου είναι αληθινή πόση, διότι δεν ικανοποιεί τη δίψα μόνο προσωρινά, αλλά διατηρεί αυτόν που το ήπιε για πάντα άδιψο και χωρίς καμία στέρηση, όπως ακριβώς έλεγε και προς τη Σαμαρείτιδα, ότι: «Εκείνος που πίνει από το νερό που εγώ θα του δώσω, δεν θα διψάσει». Διότι όποιος δεχθεί τη χάρη του Αγίου Πνεύματος μέσω της μεταλήψεως των θείων μυστηρίων, ούτε πεινάει νοητή πείνα, ούτε διψάει δίψα, όπως οι άπιστοι. «Εκείνος που τρώει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου, μένει ενωμένος μαζί μου, και εγώ μαζί του. Καθώς με απέστειλε ο ζωντανός Πατέρας, και εγώ ζω διά τον Πατέρα· έτσι και εκείνος που με τρώει, θα ζήσει δι' εμέ. Αυτός είναι ο άρτος που κατέβηκε από τον ουρανό· όχι όπως οι πατέρες σας, που έφαγαν το μάννα στην έρημο και πέθαναν».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες