ἐπειδὴ γὰρ ζωὴ κατὰ φύσιν ἐστὶν ὁ γεννήσας με Πατὴρ, εὐφυὲς δέ εἰμι καὶ γνήσιον γέννημα, τὸ ἴδιον αὐτοῦ κατὰ φύσιν ἐπάγομαι, τουτέστι, τὸ εἶναι ζωὴ, τοῦτο γάρ ἐστι καὶ ὁ Πατήρ. ἐπειδὴ δὲ εἷς ἐξ ἑνὸς νοεῖταί τε καὶ ἔστιν· ἐκ Πατρὸς γὰρ ὁ Υἱὸς, εἰ καὶ συνῆν ἀϊδίως· εἰκότως τοῖς φυσικοῖς τοῦ γεννήσαντος ἀξιώμασιν, ὡς ἰδίοις ἐπισεμνύνεται. <Οὗτός ἐστιν ὁ ἄρτος ὁ ἐξ οὐρανοῦ καταβὰς, οὐ καθὼς ἔφαγον οἱ πατέρες ὑμῶν τὸ μάννα καὶ ἀπέθανον· ὁ τρώγων μου τοῦτον τὸν ἄρτον ζήσει εἰς τὸν αἰῶνα.> Μεγάλα, φησὶν, εἶναι δεῖ τὰ ἐκ μεγάλων ἀποτελέσματα, καὶ τὰ διὰ τῆς ἄνωθεν χορηγούμενα χάριτος, ὁρᾶσθαι προσήκει θεοπρεπῆ, καὶ τῆς θείας μεγαλοδωρεᾶς ἄξια. εἰ γὰρ ὅλως ἐποιήσω παραδεκτὸν ἐν πίστει τὸ ἐξ οὐρανοῦ καταβαίνειν τὸν ἄρτον, ἐμποιείτω τοῖς ἐφιεμένοις διηνεκῆ τὴν ζωὴν, καὶ ἀκατάληκτον ἐχέτω τῆς ἀθανασίας τὴν ἐνέργειαν. εἴη γὰρ ἂν ἀπόδειξις αὕτη σαφὴς τοῦ εἶναι τὸν ἄρτον ἐξ οὐρανοῦ, τουτέστι, παρὰ Θεοῦ· ἐπεὶ καὶ πρέπειν ἐροῦμεν αἰώνια τῷ αἰωνίῳ χαρίζεσθαι, καὶ μὴ προσκαίρου τρυφῆς ἀπόλαυσιν, εἰς ὀλιγοστὸν κομιδῆ τὸν καιρὸν καὶ μόλις ἀντέχειν ἰσχύουσαν. λογιεῖται γάρ τις οὐκ ἔτι σοφῶς ἄρτον εἶναι τὸν παρὰ Θεοῦ καὶ ἄνωθεν, ὃν βεβρωκότες οἱ πρόγονοι θανάτῳ νενίκηνται, καὶ τὴν ἀπὸ τῆς φθορᾶς οὐκ ἀπεκρούσαντο βλάβην, καὶ θαυμαστὸν οὐδέν· ἄρτος γὰρ ἀπαθανατίζειν ἰσχύων, ἐκεῖνος οὐκ ἦν.
Μετάφραση
Διότι, επειδή ο Πατέρας που με γέννησε είναι ζωή κατά φύση, και εγώ είμαι φυσικό και γνήσιο γέννημα, φέρω τη δική Του φύση, δηλαδή το να είμαι ζωή, διότι αυτό είναι και ο Πατέρας. Και επειδή νοείται και είναι ένας προερχόμενος από έναν· διότι ο Υιός προέρχεται από τον Πατέρα, αν και συνυπήρχε αιώνια· εύλογα σεμνύνεται για τα φυσικά αξιώματα Εκείνου που Τον γέννησε, σαν να ήταν δικά Του. <Αυτός είναι ο άρτος που κατέβηκε από τον ουρανό, όχι όπως το μάννα που έφαγαν οι πατέρες σας και πέθαναν· όποιος τρώει αυτόν τον άρτον θα ζήσει στον αιώνα.> Μεγάλα, λέει, πρέπει να είναι τα αποτελέσματα που προέρχονται από μεγάλα αίτια, και όσα χορηγούνται μέσω της άνωθεν χάριτος ταιριάζει να φαίνονται θεοπρεπή και άξια της θείας μεγαλοδωρεάς. Διότι, αν πράγματι αποδέχθηκες με πίστη το ότι ο άρτος κατεβαίνει από τον ουρανό, τότε ας παρέχει σε όσους τον επιθυμούν αδιάκοπη ζωή, και ας έχει ακατάπαυστη την ενέργεια της αθανασίας. Διότι αυτή θα ήταν η σαφής απόδειξη ότι ο άρτος είναι από τον ουρανό, δηλαδή από τον Θεό· επειδή θα πούμε ότι ταιριάζει ο αιώνιος να χαρίζει αιώνια αγαθά, και όχι την απόλαυση μιας πρόσκαιρης τρυφής, η οποία διαρκεί για ελάχιστο χρόνο και μετά βίας μπορεί να αντέξει. Διότι δεν θα θεωρούσε πλέον κανείς με σοφία ότι είναι άρτος προερχόμενος από τον Θεό και άνωθεν αυτός τον οποίο, αφού έφαγαν οι πρόγονοι, νικήθηκαν από τον θάνατο και δεν απέκρουσαν τη βλάβη της φθοράς, και αυτό δεν είναι καθόλου παράξενο· επειδή εκείνος δεν ήταν άρτος που είχε τη δύναμη να κάνει κάποιον αθάνατο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες