προανεφωνεῖτο δὲ καὶ τὰ ἐπὶ ταύταις αὐτῶν ταῖς λοιδορίαις ἐγκλήματα· “Οὐαὶ” γάρ φησιν “αὐτοῖς, ὅτι ἀπεπήδησαν ἀπ᾽ ἐμοῦ· δείλαιοί εἰσιν, ”ὅτι ἠσέβησαν εἰς ἐμέ· ἐγὼ δὲ ἐλυτρωσάμην αὐτοὺς, αὐτοὶ “δὲ κατελάλησαν κατ᾽ ἐμοῦ ψευδῆ.” <Οὐδεὶς μέντοι ἐν παῤῥησίᾳ ἐλάλει περὶ αὐτοῦ διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων.> Ἐν τοῖς Ἰουδαίοις ὁ γογγυσμὸς, καὶ διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, οὐδένα δύνασθαί φησιν ἐν παῤῥησίᾳ λαλεῖν. οὐκοῦν ἐξαιρέτως Ἰουδαίους ὀνομάζει τοὺς τῶν Ἰουδαίων ἐξάρχοντας, οὐκ ἀξιώσας, ὥς γε μοι φαίνεται, πρεσβυτέρους αὐτοὺς, ἢ ἱερέας, ἢ ἕτερόν τι προσειπεῖν τῶν τοιούτων ὁ θεσπέσιος Εὐαγγελιστὴς, ζήλῳ τῷ πρὸς εὐσέβειαν πρὸς τὴν ἐπ᾽ αὐτοῖς λύπην ἠκονημένος, οὓς δὴ καὶ εἰκότως, ὡς τὸν νοητὸν καταφθείροντας ἀμπελῶνα, καταιτιᾶται λέγων ἐν προφήταις ὁ Θεός “Ποιμένες πολλοὶ διέφθειραν τὸν ἀμπελῶνά μου, ”ἐμόλυναν τὴν μερίδα μου, ἔδωκαν μερίδα ἐπιθυμητήν μου “εἰς ἔρημον ἄβατον, ἐγενήθη εἰς ἀφανισμὸν ἀπωλείας.” πῶς γὰρ οὐκ οἰησόμεθα κατεφθάρθαι κατ᾽ ἀλήθειαν ἀμπελῶνα τὸν δεσποτικὸν ταῖς ἑαυτῶν βδελυρίαις, ὅτε καὶ τὸ συνειπεῖν τῷ ἀγαθῶ καὶ θαυμάσαι μόνον τὸ θαύματος ἄξιον ἐπισφαλὲς ἀπεδείκνυον; φορτικωτέραν δὲ ὅτι τοῖς ἡγουμένοις τῶν Ἰουδαίων τὴν κόλασιν ἀπεργάζεται μετὰ τῶν ἄλλων καὶ τοῦτο, τίνι τῶν εὖ φρονούντων ἀμφίβολον;
Μετάφραση
Είχαν προαναγγελθεί επίσης και οι κατηγορίες γι' αυτές τις ύβρεις τους: «Αλίμονο», λέει, «σε αυτούς, διότι απομακρύνθηκαν από εμένα· είναι άθλιοι, διότι ασέβησαν εναντίον μου· εγώ τους λύτρωσα, αυτοί όμως είπαν ψέματα εναντίον μου». «Κανείς όμως δεν μιλούσε ανοιχτά (με παρρησία) γι' αυτόν, λόγω του φόβου των Ιουδαίων». Ο γογγυσμός υπήρχε ανάμεσα στους Ιουδαίους, και εξαιτίας του φόβου των Ιουδαίων λέει ότι κανείς δεν μπορούσε να μιλάει με παρρησία. Επομένως, ονομάζει ειδικά Ιουδαίους τους άρχοντες των Ιουδαίων, μην καταδεχόμενος, όπως τουλάχιστον μου φαίνεται, να τους προσφωνήσει πρεσβυτέρους ή ιερείς ή με κάποιον άλλο τέτοιο τίτλο ο θεσπέσιος Ευαγγελιστής, έχοντας παροξυνθεί σε λύπη εναντίον τους από ζήλο για την ευσέβεια. Αυτούς βέβαια πολύ εύλογα κατηγορεί ο Θεός μέσω των προφητών ως καταστροφείς του νοητού αμπελώνα, λέγοντας: «Πολλοί ποιμένες διέφθειραν τον αμπελώνα μου, μόλυναν τη μερίδα μου, μετέτρεψαν την επιθυμητή μου μερίδα σε έρημο αδιάβατη, παραδόθηκε σε αφανισμό απώλειας». Διότι πώς να μην πιστέψουμε ότι έχει καταστραφεί στ' αλήθεια ο δεσποτικός αμπελώνας από τις δικές τους βδελυρότητες, όταν ακόμη και το να συμφωνήσει κανείς με το αγαθό και να θαυμάσει απλώς το αξιοθαύμαστο, το καθιστούσαν επικίνδυνο; Το ότι δε, μαζί με τα άλλα, και αυτό το γεγονός προκαλεί βαρύτερη την κόλαση για τους ηγέτες των Ιουδαίων, σε ποιον από αυτούς που σκέπτονται ορθά είναι αμφίβολο;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες