τοιαῦτα μὲν οὖν πρὸς τοὺς ἀνοσίους Φαρισαίους εἰκότως ἂν λέγοι Χριστός· ἀφίστησι δὲ πρὸς τὸ παρὸν τοῦ οἰκείου προσώπου τὸν νόμον, καίτοι νομοθέτης ὑπάρχων αὐτὸς, μόνῳ δὲ ὥσπερ αὐτὸν ἀνατίθησι τῷ Πατρὶ, δι᾽ ἐκείνου δὴ μάλιστα δυσωπῶν ἀναισχυντοῦντας τοὺς Ἰουδαίους, ὃς εἶναι καὶ μείζων αὐτοῦ παρ᾽ ἐκείνοις ὑπείληπτο. καὶ γὰρ, ὡς πολλάκις εἰρήκαμεν, οὔπω κατὰ φύσιν ὄντα Θεὸν ἐπεγίνωσκον, ἀλλ᾽ οὐδὲ τῆς μετὰ σαρκὸς οἰκονομίας ᾔδεσάν πω τὸ βαθὺ μυστήριον, τὴν Μωυσέως δὲ μᾶλλον ἐθαύμαζον δόξαν. <Ἀπεκρίθη ὁ ὄχλος Δαιμόνιον ἔχεις· τίς σε ζητεῖ ἀποκτεῖναι; ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς.> Αἰσθάνονται τῶν ἐγκλημάτων, καὶ πικροῖς ἤδη τοῖς ἐντεῦθεν βαλλόμενοι λόγοις, χωροῦσι πρὸς ἄρνησιν, οὐκ αὐτοκυρίως τὸ μιαιφονεῖν παραιτούμενοι, μόνον δὲ τὸ δοκεῖν παραλύειν τὸν νόμον περισπουδάστως ἀποκρουόμενοι· ἐν μόνῃ γὰρ τῇ οἰήσει τῶν Φαρισαίων τὸ καύχημα. διὸ δὴ καὶ τάφους αὐτοὺς κεκονιαμένους ἀπεκάλει Χριστὸς, ἔξωθεν μὲν περικειμένους τῆς ἐκ τεχνῶν ἐπινοίας τὴν ὡραιότητα, γέμοντας δὲ κατὰ τὸ ἔσω τῆς νεκρῶν ἀκαθαρσίας. οἶμαι δὲ ὅτι καὶ τὸν ἐπὶ τῷ προσδοκῆσαί τι παθεῖν ἀφιστῶντες φόβον τὰ τοιαῦτά φασιν, οὐ τὸ θαρσεῖν ἀληθῶς ὡς οὐ πείσεται διδόντες αὐτῷ, ἀλλ᾽ εἰς ἐπικίνδυνον ἐξέλκοντες παῤῥησίαν, καὶ τὸ μὴ ἐπείγεσθαι διαλανθάνειν αὐτοὺς ἀναπείθειν οἰόμενοι.
Μετάφραση
Τέτοια, λοιπόν, προς τους ανόσιους Φαρισαίους θα έλεγε ευλόγως ο Χριστός· προς το παρόν, όμως, απομακρύνει τον νόμο από το δικό του πρόσωπο, αν και ο ίδιος είναι ο νομοθέτης, και τον αποδίδει ωσάν μόνο στον Πατέρα, ακριβώς μέσω Εκείνου καταισχύνοντας τους αναιδείς Ιουδαίους, ο Οποίος θεωρούνταν από αυτούς ότι είναι και μεγαλύτερός του. Διότι, όπως έχουμε πει πολλές φορές, δεν τον αναγνώριζαν ακόμη ως Θεό κατά φύση, ούτε γνώριζαν ακόμη το βαθύ μυστήριο της ένσαρκης οικονομίας, αλλά μάλλον θαύμαζαν τη δόξα του Μωυσή. <Αποκρίθηκε το πλήθος: Δαιμόνιο έχεις· ποιος ζητά να σε σκοτώσει; Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε.> Αντιλαμβάνονται τις κατηγορίες και, βληθέντες ήδη από τους πικρούς λόγους που προέκυψαν από αυτές, προχωρούν σε άρνηση, όχι επειδή αποποιούνταν ουσιαστικά τη μιαιφονία, αλλά αποκρούοντας με περισσή σπουδή μόνο το να δίνουν την εντύπωση ότι καταλύουν τον νόμο· διότι το καύχημα των Φαρισαίων στηριζόταν μόνο στην οίηση. Γι' αυτό ακριβώς ο Χριστός τους αποκαλούσε ασβεστωμένους τάφους, οι οποίοι εξωτερικά μεν περιβάλλονται την ωραιότητα από την επιτηδευμένη τέχνη, εσωτερικά όμως είναι γεμάτοι από την ακαθαρσία των νεκρών. Νομίζω δε ότι λένε τέτοια πράγματα προσπαθώντας να απομακρύνουν τον φόβο από την προσδοκία ότι θα πάθει κάτι, όχι για να του δώσουν αληθινό θάρρος ότι δεν θα πάθει τίποτα, αλλά για να τον παρασύρουν σε επικίνδυνη παρρησία, νομίζοντας ότι τον πείθουν να μην σπεύδει να τους διαφεύγει.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες