ὥσπερ οὖν καὶ τὸ ἐναντίον διόλλυσι μὲν εὐκόλως, κατὰ κρημνῶν δὲ ἀποίσει καὶ οὐχ ἑκόντα τὰ ποίμνια. <Ἀλλὰ τοῦτον οἴδαμεν πόθεν ἐστίν· ὁ δὲ Χριστὸς ὅταν ἔρχεται, οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν.> Οὐκ ἐκ μόνων τῶν ἔξωθεν ἐννοιῶν, οὐδὲ ἐπείπερ οἰστὸν ἐποιήσαντο τὸν ἐπὶ τοῖς ἐλέγχοις πόνον οἱ καθηγούμενοι, τὸ πιστεύειν εἰσδέχεται τῶν Ἱεροσολυμιτῶν ἡ διάνοια· σφόδρα δὲ χρησίμως καὶ τοὺς ἐξ εἰκότων ὠδινήσασα λογισμοὺς καὶ ὑπενεχθεῖσα πρὸς ἀληθεῖς ὑπονοίας τὰς ἐπὶ Χριστῷ διὰ τῆς ἐνούσης αὐτῷ θεοπρεποῦς ἐξουσίας, οὐκ ἀκόμψως ἤδη πρὸς τὴν τῆς εὐσεβείας παιδαγωγουμένη κατάληψιν, οὐκ αἰσθάνεται πάλιν εἰς τὴν Ἰουδαίοις σύντροφον ἀμαθίαν ἐξολισθαίνουσα. δοκοῦσι μὲν γάρ πως οἱ καλῶς ἐκεῖνα διεσκεμμένοι πανταχόθεν ἐθέλειν θηρᾶσθαι τὸ ἀληθὲς, καὶ οὐκ ἐκ μόνης τῆς τῶν ἀρχόντων σιγῆς καὶ τῆς ἀσυνήθους πραότητος ἐπὶ τὸ χρῆναι πιστεύειν βαδίζουσιν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν ἐρευνῶσι τὴν ἁγίαν γραφὴν, ἐξ ὀρθῆς μὲν εἰς τοῦτο καλούμενοι γνώμης, ἀπαιδαγωγήτως δ᾽ οὖν ὅμως καὶ ἀσυνέτως κομιδῆ τὴν ἐπὶ τῷ μυστηρίῳ ποιούμενοι βάσανον· ὅτι γὰρ μόνον ἐπιγινώσκουσι πόθεν ἐστὶν ὁ ἐν παῤῥησίᾳ λαλῶν, τουτέστιν ἐκ ποίας μὲν ὁρμᾶται κώμης, τίνων δὲ ἐξέφυ γονέων, οὐκ εἶναί φασιν αὐτὸν τὸν διὰ νόμου προκεκηρυγμένον. εἶτα τούτοις ἐπάγουσιν Ὁ δὲ Χριστὸς ὅταν ἔλθῃ, οὐδεὶς γινώσκει πόθεν ἐστίν.
Μετάφραση
Όπως λοιπόν και το αντίθετο καταστρέφει εύκολα, και θα παρασύρει τα ποίμνια στους γκρεμούς ακόμη και παρά τη θέλησή τους. <Αλλά τούτον γνωρίζουμε από πού είναι· ενώ ο Χριστός όταν έρχεται, δεν γνωρίζουμε από πού είναι.> Δεν είναι μόνο από τις εξωτερικές ενδείξεις, ούτε επειδή οι άρχοντες έκαναν ανεκτό τον κόπο των ελέγχων, που η διάνοια των Ιεροσολυμιτών δέχεται να πιστέψει· αλλά, αφού γέννησε πολύ ωφέλιμα τους λογισμούς από τα εύλογα και οδηγήθηκε σε αληθινές υποψίες για τον Χριστό μέσω της θεοπρεπούς εξουσίας που υπήρχε σε αυτόν, ενώ ήδη παιδαγωγείται όχι άκομψα προς την κατανόηση της ευσέβειας, δεν αντιλαμβάνεται ότι γλιστράει πάλι στην αμάθεια που είναι σύντροφος των Ιουδαίων. Διότι, αυτοί που τα εξέτασαν καλά αυτά, φαίνονται κάπως να θέλουν να θηρεύσουν την αλήθεια από παντού, και δεν προχωρούν στο ότι πρέπει να πιστέψουν μόνο από τη σιωπή των αρχόντων και την ασυνήθιστη πραότητά τους, αλλά ερευνούν και την ίδια την Αγία Γραφή, παρακινούμενοι σε αυτό από ορθή μεν γνώμη, ωστόσο όμως εντελώς απαίδευτα και ασύνετα υποβάλλοντας σε δοκιμασία το μυστήριο· επειδή, δηλαδή, απλώς και μόνο αναγνωρίζουν από πού είναι αυτός που μιλάει με παρρησία, δηλαδή από ποια κώμη προέρχεται και από ποιους γονείς γεννήθηκε, λένε ότι αυτός δεν είναι ο προκηρυγμένος μέσω του νόμου. Έπειτα, σε αυτά προσθέτουν: «Ο δε Χριστός, όταν έρθει, κανείς δεν γνωρίζει από πού είναι».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες