Πῶς δὲ τὰς τοῦ δεσπότου δέξῃ φωνὰς, «Ἐγὼ, φησὶ, καὶ ὁ Πατὴρ ἕν ἐσμεν;» Καὶ πάλιν περὶ τοῦ Πατρὸς διαλεγόμενος, «Παρ᾽ αὐτοῦ εἰμι,» φησὶ, «κἀκεῖνος ἐμὲ ἀπέστειλε·» προστίθησι δὲ καὶ τὸ τρίτον· «Ἐγὼ,» φησὶ, «παρακαλέσω τὸν Πατέρα μου, καὶ ἄλλον Παράκλητον δώσει ὑμῖν.» Ὅταν οὖν περὶ μὲν ἑαυτοῦ λέγῃ τὸ, «Ἐγώ,» περὶ δὲ τοῦ Πατρὸς, «Ἐκεῖνος,» περὶ δὲ τοῦ Πνεύματος, «ἄλλος·» πῶς οὐκ ἀποστασία σαφὴς ἀρνεῖσθαι τὰ τρία, καὶ μόνον εἶναι λέγειν τὸν φάσκοντα· «Οὐκ εἰμὶ μόνος, ὅτι ὁ πέμψας με Πατὴρ μετ᾽ ἐμοῦ ἐστι.» Χρῆται δὲ καὶ νομικῇ φωνῇ, καὶ διὰ ταύτης δύο παρίστησιν ὄντας αὐτόν τε καὶ τὸν Πατέρα· «Ἐν τῷ νόμῳ, γάρ φησι, τῷ ὑμετέρῳ γέγραπται, ὅτι δύο ἀνθρώπων ἡ μαρτυρία ἀληθής ἐστιν· Ἐγὼ,» φησὶν, «εἰμὶ ὁ μαρτυρῶν περὶ ἐμαυτοῦ, καὶ μαρτυρεῖ περὶ ἐμοῦ ὁ πέμψας με Πατήρ.» Ἰδοὺ γὰρ δύο πρόσωπα, καὶ εἰ μὴ λέγεις δύο εἶναι κατὰ ἀλήθειαν, τοῦτο λέγων οὐδὲ τὴν μαρτυρίαν ἐᾷς συνίστασθαι οὖσαν ἀληθινήν.
Μετάφραση
Πώς δε θα αποδεχθείς τα λόγια του Δεσπότη που λέγει: «Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα»; Και πάλι, ομιλώντας περί του Πατρός, λέγει: «Από αυτόν προέρχομαι, και εκείνος με απέστειλε»· προσθέτει δε και το τρίτο: «Εγώ», λέγει, «θα παρακαλέσω τον Πατέρα μου, και θα σας δώσει άλλον Παράκλητο». Όταν λοιπόν για μεν τον εαυτό του λέγει «Εγώ», για δε τον Πατέρα «Εκείνος», και για το Πνεύμα «άλλος», πώς δεν αποτελεί σαφή αποστασία το να αρνείσαι τα τρία, και να λέγεις ότι είναι μόνος αυτός που διακηρύττει: «Δεν είμαι μόνος, διότι ο Πατέρας που με απέστειλε είναι μαζί μου»; Χρησιμοποιεί μάλιστα και ρήση του νόμου, και μέσω αυτής παριστάνει ότι είναι δύο, ο ίδιος και ο Πατέρας: «Διότι στον δικό σας νόμο», λέγει, «είναι γεγραμμένο ότι η μαρτυρία δύο ανθρώπων είναι αληθής. Εγώ», λέγει, «είμαι αυτός που μαρτυρώ για τον εαυτό μου, και μαρτυρεί για εμένα ο Πατέρας που με απέστειλε». Ιδού, λοιπόν, δύο πρόσωπα, και εάν δεν παραδέχεσαι ότι είναι πράγματι δύο, υποστηρίζοντας αυτό ούτε τη μαρτυρία αφήνεις να υφίσταται ως αληθινή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες