Ὀξὺ δὲ δὴ πάλιν ἐνερείσας τοῖς γεγραμμένοις τῆς διανοίας τὸ ὄμμα, θαυμάσεις ἀρίστην εὑρίσκων οἰκονομίαν ἐν ταῖς τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν ἀποστάσεσι, ταῖς ἐκ τῶν Ἱεροσολύμων φημί. ἐξελαύνεται μὲν γὰρ ὑπὸ τῆς τῶν Ἰουδαίων ἀπονοίας πολλάκις, καταλύων δὲ παρὰ τοῖς ἀλλογενέσι, καὶ ἀνασώζεσθαί πως δοκεῖ παρ᾽ ἐκείνοις, καὶ τῆς δεούσης ἀπολαύει τιμῆς· τὴν ἀμείνω ψῆφον τῇ ἐξ ἐθνῶν Ἐκκλησίᾳ διὰ τούτου διδοὺς, καὶ τὸ μισόθεον τῶν ἐξ Ἰσραὴλ διὰ τῆς ἑτέρων εὐλαβείας ἐξελέγχεσθαι ποιῶν, καὶ τὸ ἐν ἐκείνοις ὠμὸν διὰ τῆς ἐν τούτοις ἡμερότητος ἐπιδεικνύων, ἵνα δὴ διὰ πάντων φαίνοιντο λοιπὸν κεχρεωστημένως ἤδη καὶ καλῶς τῆς εἰς τοὺς πατέρας ἐπαγγελίας ἐξωθούμενοι. ἀποπηδήσας δὲ τῶν Ἱεροσολύμων ὁ Κύριος, οὐκ εἰς μίαν τῶν περιοικίδων καταλύει πόλιν, οὐδὲ ἐν ταῖς ὁμόροις αὐλίζεται κώμαις, πέραν δὲ ἄπεισι τῆς θαλάσσης τῆς Τιβεριάδος, μονονουχὶ δι᾽ ἐμφανεστάτου πράγματος ἀπειλῶν τοῖς ὅτι προσήκοι διώκειν αὐτὸν δυσσεβῶς ᾑρημένοις, ὅτι τοσοῦτον αὐτῶν ἀποστήσεται, καὶ παντὸς τοῦ ἔθνους ἑαυτὸν ἀπονοσφιεῖ, ὡς καὶ ἄβατον αὐτοῖς τρόπον τινὰ τῆς πρὸς αὐτὸν ἐπιστροφῆς κατασκευάσαι τὴν ὁδόν· βατὴ γὰρ οὐδαμῶς τοῖς ἀνθρώπων ποσὶν ἡ θάλασσα. τοιοῦτον δέ τι καὶ ἐν τοῖς ἐφεξῆς πρὸς αὐτούς που λέγων εὑρεθήσεται “Ζητήσετέ με, καὶ οὐχ εὑρήσετε, καὶ ὅπου ἐγὼ ”ὑπάγω ὑμεῖς οὐ δύνασθε ἐλθεῖν.”
Μετάφραση
Αν, πάλι, προσηλώσεις οξυδερκώς το βλέμμα της διανοίας στα γεγραμμένα, θα θαυμάσεις βρίσκοντας άριστη οικονομία στις αναχωρήσεις του Σωτήρος μας, εννοώ αυτές από τα Ιεροσόλυμα. Διότι πολλές φορές εκδιώκεται από την παράνοια των Ιουδαίων, αλλά, καταλύοντας στους αλλογενείς, φαίνεται κατά κάποιον τρόπο να διασώζεται σε αυτούς και απολαμβάνει την πρέπουσα τιμή· δίνοντας με αυτό την καλύτερη επιδοκιμασία στην εξ εθνών Εκκλησία και κάνοντας να ελεγχθεί το μισόθεο φρόνημα των Ισραηλιτών μέσω της ευλάβειας των άλλων, και επιδεικνύοντας τη σκληρότητα εκείνων μέσω της ημερότητας τούτων, ώστε με όλα αυτά να φανεί πλέον ότι δικαιολογημένα και ορθά αποβάλλονται από την υπόσχεση που δόθηκε στους πατέρες τους. Αναχωρώντας δε από τα Ιεροσόλυμα ο Κύριος, δεν καταλύει σε κάποια από τις γειτονικές πόλεις, ούτε διανυκτερεύει στα όμορα χωριά, αλλά αναχωρεί πέρα από τη θάλασσα της Τιβεριάδας, σχεδόν απειλώντας με μια ολοφάνερη πράξη αυτούς που επέλεξαν ασεβώς ότι δήθεν αρμόζει να τον διώκουν, ότι τόσο πολύ θα απομακρυνθεί από αυτούς και θα αποχωριστεί ολόκληρο το έθνος, ώστε να καταστήσει κατά κάποιον τρόπο άβατη για αυτούς την οδό της επιστροφής προς αυτόν· διότι η θάλασσα δεν είναι καθόλου βατή για τα ανθρώπινα πόδια. Κάτι παρόμοιο θα βρεθεί να τους λέει κάπου και στη συνέχεια: «Θα με ζητήσετε, και δεν θα με βρείτε, και όπου πηγαίνω εγώ, εσείς δεν μπορείτε να έρθετε».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες