ἀλλ᾽ οὐκ εἰδότες ὅτι γεγέννηται μὲν ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας ἐκ τῆς ἁγίας παρθένου τῆς ἐκ σπέρματος Δαυείδ· φυλῆς γὰρ ἦν τῆς Ἰούδα τὸ γένος· ἀπὸ μόνου τοῦ τετράφθαι τὸν Κύριον ἐν Ναζαρὲθ, τῆς ἀληθείας ἐκπίπτουσι καὶ τοῦ σώζοντος ἁμαρτάνουσι λογισμοῦ. <Σχίσμα οὖν ἐγένετο ἐν τῷ ὄχλῳ δι᾽ αὐτόν.> Φιλονεικοῦσι μάτην, καὶ εἰς διαφόρους κατασχίζονται γνώμας, οἱ μὲν εἶναι τὸν προφήτην αὐτὸν, οἱ δὲ τὸν Χριστὸν ὑπολαμβάνοντες. καὶ πρόφασις αὐτοῖς τῆς ἐντεῦθεν διχονοίας, τὸ μὴ εἰδέναι τὸν Χριστὸν, μηδὲ τὴν ἐν τοῖς ἱεροῖς γράμμασιν ἀκρίβειαν συνιδεῖν· ἢ γὰρ ἂν οὐχ ἕτερον εἶναι τὸν Ἰησοῦν παρὰ τὸν ἐν τῷ νόμῳ προφήτην πιστεύοντες, τῆς ἀκαίρου διχονοίας ἐξέστησαν. <Τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν ἤθελον πιάσαι αὐτὸν, ἀλλ᾽ οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ᾽ αὐτὸν τὰς χεῖρας.> Οἱ παρὰ τῶν ἀρχιερέων καὶ Φαρισαίων ἀπεσταλμένοι πρὸς τὸ συλλαβεῖν τὸν Κύριον, εὔκαιρον τοῦ τολμήματος ἐποιοῦντο πρόφασιν τὴν ἐν ἀλλήλοις τῶν ὄχλων διχόνοιαν· ἀφιλονεικότερον γάρ πως ἐπιτρέψειν αὐτοῖς ὑπελάμβανον ἀποκομίζειν αὐτὸν, οὐδὲν μὲν ἔτι ζηλοῦντας ἐφ᾽ οἷς ἄν τι καὶ πάθοι, γεγονότι δὲ ὥσπερ πολέμου καὶ στάσεως ἀφορμῇ, καὶ ὑβριζομένῳ πάντως ἐφησθήσεσθαι.
Μετάφραση
Αλλά, επειδή δεν γνώριζαν ότι είχε γεννηθεί στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας από την αγία Παρθένο που καταγόταν από το σπέρμα του Δαβίδ, διότι το γένος της ήταν από τη φυλή του Ιούδα, και μόνο από το γεγονός ότι ο Κύριος είχε ανατραφεί στη Ναζαρέτ, εκπίπτουν από την αλήθεια και αστοχούν ως προς τον σωτήριο λογισμό. <Έγινε λοιπόν σχίσμα στο πλήθος εξαιτίας του.> Φιλονικούν μάταια και διχάζονται σε διάφορες γνώμες, νομίζοντας άλλοι μεν ότι αυτός είναι ο προφήτης, άλλοι δε ότι είναι ο Χριστός. Και η αφορμή της διχόνοιάς τους που προέκυψε από αυτό, ήταν το ότι δεν γνώριζαν τον Χριστό, ούτε μπορούσαν να κατανοήσουν την ακρίβεια των ιερών Γραφών. Διότι, αν πίστευαν ότι ο Ιησούς δεν είναι άλλος από τον προφήτη που αναφέρεται στον Νόμο, θα είχαν αποφύγει αυτή την άκαιρη διχόνοια. <Μερικοί μάλιστα από αυτούς ήθελαν να τον πιάσουν, αλλά κανείς δεν άπλωσε επάνω του τα χέρια.> Εκείνοι που είχαν σταλεί από τους αρχιερείς και τους Φαρισαίους για να συλλάβουν τον Κύριο, θεωρούσαν ως κατάλληλη ευκαιρία για το τόλμημά τους τη διχόνοια που επικρατούσε ανάμεσα στα πλήθη. Διότι υπέθεταν ότι θα τους επέτρεπαν πιο ειρηνικά να τον πάρουν μακριά, μη δείχνοντας πλέον κανένα ενδιαφέρον για ό,τι κι αν πάθαινε, και ότι οπωσδήποτε θα χαίρονταν να τον βλέπουν να κακοποιείται, εφόσον είχε γίνει αφορμή πολέμου και στάσης.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες