ἀλλ᾽ οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ᾽ αὐτὸν τὰς χεῖρας, οὐκ αἰδοῖ τῇ περὶ αὐτὸν, ἀλλ᾽ οὐδὲ τοῖς θυμοῖς τὸν ἐξ εὐλαβείας ἐπιῤῥίψαντες χαλινὸν, μόνῃ δὲ τῇ παρ᾽ αὐτοῦ καταραϊσθέντες δυνάμει· καιρῷ γὰρ ἰδίῳ τὸ παθεῖν ὑπὲρ ἡμῶν ἐχαρίζετο, καὶ δυσωπεῖται μόλις ἡ τῶν Ἰουδαίων ἐπιβουλὴ τοῖς ἄνωθεν εἰργομένη διακωλύμασιν. οὐ γὰρ ἔδει πρόωρον τὴν μιαιφονίαν ἐπιχειρεῖν, περιμένειν δὲ μᾶλλον, καίπερ ὄντας ἀνοσίους, τῆς ἀνοσιότητος τὸν καιρόν. <Ἦλθον οὖν οἱ ὑπηρέται πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαίους· καὶ εἶπον αὐτοῖς ἐκεῖνοι Διατί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν;> Οὐδὲν ἐξανῦσαι τῶν προστεταγμένων ἰσχύσαντες οἱ πρὸς τὸ θηρᾶσαι τὸν Κύριον ἐσταλμένοι πρὸς τοὺς ἡγουμένους ἀνεκομίζοντο. θορυβοῦνται δὲ λίαν πρὸς τὴν ἄφιξιν τῶν ὑπηρετῶν, οὐχ ὁρῶντες ἔχοντας τὸν ζητούμενον. ὃ δὲ ἦν ἐν ὑποψίαις αὐτοῖς, ἤδη δεδρᾶσθαι πιστεύοντες, οὐ μετρίως πλήττονται δείματι. ἐπειδὴ γὰρ διά τε σημείων ὑπερφυῶν καὶ τῆς ἐν λόγοις ὑπερβολῆς ἐθαυμάζετο Χριστὸς, τῷ μὲν συντρόφῳ κατεμαραίνοντο φθόνῳ· ἦσαν δὲ πάλιν οὐκ ἐν ὀλίγῳ τῷ φόβῳ μὴ ἄρα τῶν Ἰουδαίων ὁ δῆμος ἕπεσθαι λοιπὸν ὅτι πρέποι δοκιμάσας αὐτῷ τῆς αὐτῶν ἔξω γένοιτο χειρός. τοῦτο πεπράχθαι νομίσαντες· ἑτοιμότερα γὰρ εἰς τὸ πιστεύεσθαι τὰ ἐν ὑποψίαις ἀεί· σπουδαίως ἀναπυνθάνονται λέγοντες Διατί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν; τί γὰρ ὑμᾶς τὸ διακωλύσαν, φασὶ, μὴ εἰς πέρας ἀγαγεῖν τὸ τοῖς κρατοῦσι δοκοῦν;
Μετάφραση
Αλλά κανείς δεν άπλωσε πάνω του τα χέρια, όχι από σεβασμό προς αυτόν, ούτε επειδή έβαλαν στους θυμούς τους το χαλινάρι της ευσέβειας, αλλά επειδή συντρίφθηκαν μόνο από τη δική του δύναμη. Διότι παραχωρούσε τον εαυτό του στο πάθος υπέρ ημών στον δικό του καθορισμένο καιρό, και δύσκολα ανακόπτεται η επιβουλή των Ιουδαίων, εμποδιζόμενη από τα άνωθεν προσκόμματα. Διότι δεν έπρεπε να επιχειρήσουν τη μιαιφονία πρόωρα, αλλά μάλλον να περιμένουν τον καιρό της ανοσιότητας, παρόλο που ήταν ανόσιοι. <Ήλθαν λοιπόν οι υπηρέτες προς τους αρχιερείς και τους Φαρισαίους· και εκείνοι τους είπαν: Γιατί δεν τον φέρατε;> Μην έχοντας τη δύναμη να εκτελέσουν τίποτα από όσα τους είχαν προσταχθεί, εκείνοι που είχαν σταλεί για να συλλάβουν τον Κύριο επέστρεψαν στους άρχοντες. Και εκείνοι ταράζονται πάρα πολύ με την άφιξη των υπηρετών, βλέποντας ότι δεν έχουν μαζί τους τον ζητούμενο. Επειδή πίστεψαν ότι είχε ήδη πραγματοποιηθεί αυτό που υποπτεύονταν, κυριεύθηκαν από μεγάλο φόβο. Διότι, καθώς ο Χριστός θαυμαζόταν τόσο για τα υπερφυή σημεία όσο και για το μεγαλείο των λόγων του, αφενός μαραζώναν από τον έμφυτο φθόνο, αφετέρου βρίσκονταν σε όχι μικρό φόβο μήπως ο λαός των Ιουδαίων, κρίνοντας ότι πρέπει πλέον να τον ακολουθεί, ξεφύγει από την εξουσία τους. Νομίζοντας λοιπόν ότι αυτό είχε συμβεί -διότι όσα υποπτεύεται κανείς είναι πάντοτε πιο εύκολο να γίνουν πιστευτά- ρωτούν με σπουδή λέγοντας: Γιατί δεν τον φέρατε; Τι σας εμπόδισε, λένε, να φέρετε εις πέρας αυτό που αποφάσισαν οι άρχοντες;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες