αἰδὼ μὲν γὰρ ἔτι νοσῶν ἐπιζήμιον, οὔπω τε κεράσας τῷ ζήλῳ τὴν παῤῥησίαν, γυμνὴν οὐχ ὁρᾶσθαι τὴν ἐνοῦσαν αὐτῷ πίστιν ἐφίησι, σκοτεινῷ δὲ ὥσπερ ἀμφίῳ τῇ ὑποκρίσει περιβαλὼν, λανθάνει πως ἔτι συναγορεύων Χριστῷ· χαλεπὸν δ᾽ οὖν ὅμως νόσημα νοσεῖ. χρὴ γὰρ πιστεύειν ἀνυποστόλως, καυχωμένους μᾶλλον ἤπερ αἰσχυνομένους, καὶ διαφανῆ μὲν παῤῥησίαν ἐπιτηδεύοντας, ὑπόκρισιν δὲ παραιτουμένους τὴν δουλοπρεπῆ· διὰ γάρ τοι τοῦτο καὶ ὁ σοφὸς διωρίζετο Παῦλος ἐργάτην ἀνεπαίσχυντον δεῖ εἶναι τὸν ὀρθοτομοῦντα τῆς ἀληθείας τὸν λόγον· καὶ αὐτὸς δέ που φησὶν ἐν ἑαυτῷ τὴν ἀρετὴν διαλάμπουσαν ἐπιδεικνύς “Οὐ γὰρ ἐπαισχύνομαι τὸ εὐαγγέλιον, δύναμις ”γὰρ Θεοῦ ἐστιν εἰς σωτηρίαν παντὶ τῷ πιστεύοντι.” γέγονε τοίνυν· ἐρῶ γὰρ αὖθις ἀναλαβών· πικρὸς ὁ τοῦ Νικοδήμου λόγος· ὅτου γὰρ χάριν ταῖς τῶν Φαρισαίων φωναῖς αὐτὸς ἀντεπράττετο μόνος λέγων, καίτοι πολλοὺς ἔχοντος καὶ ἑτέρους τοῦ μιαιφόνου συστήματος; ἀλλ᾽ ἔστι δῆλον παντί τῳ λοιπὸν, ὡς ἐπείπερ τοῖς θαυμάζουσι τὸν Χριστὸν ἐναρίθμιος ἦν, ἐπαράτους ἀνταποφαίνει τοὺς οἷς ἥκιστα ἐχρῆν ἀνοσίως ἐπάγοντας τὴν ἀράν. <Ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ Μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας ἐγήγερται.> Ἰουδαῖος, φησὶν, ὑπάρχων καὶ αὐθιγενὴς, τί τὴν Γαλιλαίων ἀπειρίαν ὑπέδυς, καὶ τοῖς ἀγνοήσασι παντελῶς τὰ ἡμέτερα συναμαθαίνεις ἐκτόπως;
Μετάφραση
Διότι, πάσχοντας ακόμη από επιζήμια συστολή, και μη έχοντας ακόμη συγκεράσει την παρρησία με τον ζήλο, δεν επέτρεπε να φανεί καθαρά η πίστη που υπήρχε μέσα του, αλλά καλύπτοντάς την με την υποκρισία σαν με σκοτεινό ένδυμα, υπερασπίζεται κάπως τον Χριστό στα κρυφά· πάσχει όμως παρόλα αυτά από βαριά νόσο. Γιατί πρέπει κανείς να πιστεύει χωρίς δισταγμούς, καυχώμενος μάλλον παρά ντρεπόμενος, και να επιδιώκει τη διάφανη παρρησία, αποφεύγοντας τη δουλοπρεπή υποκρισία. Γι' αυτόν τον λόγο άλλωστε και ο σοφός Παύλος καθόρισε ότι πρέπει να είναι ανεπαισχυντος εργάτης αυτός που ορθοτομεί τον λόγο της αλήθειας· και ο ίδιος κάπου λέει, επιδεικνύοντας την αρετή που έλαμπε μέσα του: «Διότι δεν επαισχύνομαι το ευαγγέλιο, επειδή είναι δύναμη Θεού προς σωτηρία για κάθε πιστεύοντα». Έγινε λοιπόν –διότι θα το ξαναπώ επαναλαμβάνοντας– πικρός ο λόγος του Νικοδήμου. Για ποιον λόγο, αλήθεια, εναντιωνόταν αυτός μόνος του στις φωνές των Φαρισαίων, αν και το μιαιφόνο σύστημα είχε και πολλούς άλλους; Είναι πλέον φανερό στον καθένα ότι, επειδή ακριβώς συγκαταλεγόταν μεταξύ εκείνων που θαύμαζαν τον Χριστό, αποδεικνύει καταραμένους αυτούς οι οποίοι, ενώ δεν έπρεπε καθόλου, επέβαλλαν ανόσια την κατάρα. <Αποκρίθηκαν και του είπαν· Μήπως και εσύ από τη Γαλιλαία είσαι;> Όντας Ιουδαίος, λέει, και γηγενής, γιατί υιοθέτησες την αμάθεια των Γαλιλαίων και συμμερίζεσαι παραλόγως την άγνοια αυτών που αγνοούν παντελώς τα δικά μας;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες