Τὸ ποιούμενον οὐκ ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ ποιοῦντος, τὸ δὲ γεννώμενον ἐκ τῆς αὐτῆς οὐσίας τοῦ γεννῶντος· οὐ ταὐτὸν ἄρα τὸ ποιεῖν καὶ τὸ γεννᾷν. Εἰ ἐκ τοῦ Θεοῦ ὁ Υἱὸς, οὐχ ὡς ἐκ Πατρὸς δὲ, ἀλλ᾽ ὡς ἐξ ἑτέρου, αἴτιος δὲ τοῦ εἶναι καὶ ἡμῖν ὁ Θεός· ἐξ αὐτοῦ γὰρ τὰ πάντα· οὐχ ἑτέρως ἄρα τοῦ Υἱοῦ Πατὴρ, ἑτέρως δὲ ἡμῶν, ἀλλ᾽ ὁμοίως. Καὶ πῶς οὐκ ἄτοπον; Εἰ μηδὲν ὅμοιον καὶ ἴσον Θεῷ πλὴν Υἱοῦ, οὐδὲν ἀπαραλλάκτως τῶν ὑποδειγμάτων εἰρήσεται· ὑπὲρ πᾶν γὰρ ὁ Θεός. Τὸ ἐν μορφῇ Θεοῦ ἐν οὐσίᾳ ἐστὶ Θεοῦ. Οὐ γὰρ ἄλλο μορφὴ, καὶ ἄλλο οὐσία Θεοῦ, ἵνα μὴ σύνθετος. Ὁ κατὰ μορφὴν οὖν ἴσος, καὶ κατ᾽ οὐσίαν ἐστὶν ἴσος. Εἰ ὁ γεννηθεὶς ἐλάττων τοῦ γεννήσαντος, οὐκ ἔγκλημα τοῦτο τοῦ γεννηθέντος, ἀσθένεια δὲ τοῦ γεννήσαντος. Ἢ γὰρ φθονήσας οὐκ ἐποίησεν ἴσον, ἢ μὴ δυνηθεὶς οὐκ ἐγέννησεν ὅμοιον. Εἰ ὁ Πατὴρ πρὸ τοῦ Υἱοῦ ἦν, ἑτέρου τινὸς πάντως πατὴρ ἦν· χωρὶς γὰρ υἱοῦ πατὴρ οὐκ ἂν λεχθείη. Εἰ ὁ τὸν Υἱὸν γνοὺς κατ᾽ οὐσίαν ἔγνω καὶ τὸν Πατέρα (Εἰ γὰρ ἐμὲ ᾔδειτε, φησὶ, καὶ τὸν Πατέρα μου ᾔδειτε ἄν)· ὁμοούσιος ἄρα Υἱὸς τῷ Πατρί.
Μετάφραση
Αυτό που δημιουργείται δεν προέρχεται από την ουσία εκείνου που το δημιουργεί, ενώ αυτό που γεννιέται προέρχεται από την ίδια την ουσία εκείνου που το γεννά. Επομένως, το να δημιουργεί κανείς δεν ταυτίζεται με το να γεννά. Αν ο Υιός προέρχεται από τον Θεό, όχι όμως ως από Πατέρα, αλλά ως από κάτι άλλο, και εφόσον ο Θεός είναι ο αίτιος της ύπαρξης και για εμάς —διότι από Αυτόν προέρχονται τα πάντα— τότε ο Θεός δεν είναι Πατέρας του Υιού με διαφορετικό τρόπο από ό,τι δικός μας, αλλά με τον ίδιο. Και πώς δεν είναι αυτό άτοπο; Αν τίποτα δεν είναι όμοιο και ίσο με τον Θεό εκτός από τον Υιό, κανένα από τα παραδείγματα δεν μπορεί να αποδοθεί χωρίς απόκλιση· διότι ο Θεός υπερβαίνει τα πάντα. Το να υπάρχει κάτι εν μορφή Θεού, σημαίνει ότι ανήκει στην ουσία του Θεού. Διότι δεν είναι άλλο η μορφή και άλλο η ουσία του Θεού, προκειμένου να μην είναι σύνθετος. Αυτός, λοιπόν, που είναι ίσος κατά τη μορφή, είναι ίσος και κατά την ουσία. Αν εκείνος που γεννήθηκε είναι κατώτερος από εκείνον που γέννησε, αυτό δεν αποτελεί ψεγάδι για αυτόν που γεννήθηκε, αλλά αδυναμία αυτού που γέννησε. Διότι, είτε από φθόνο δεν τον έκανε ίσο, είτε από αδυναμία δεν τον γέννησε όμοιο. Αν ο Πατέρας υπήρχε πριν από τον Υιό, θα ήταν οπωσδήποτε πατέρας κάποιου άλλου· διότι χωρίς υιό δεν θα μπορούσε να ονομαστεί πατέρας. Αν εκείνος που γνώρισε τον Υιό γνώρισε κατ' ουσίαν και τον Πατέρα (διότι λέει: «Αν γνωρίζατε εμένα, θα γνωρίζατε και τον Πατέρα μου»), τότε ο Υιός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες