Ἀνόμ. Εἰ δὲ κατ᾽ ὄγκον ὁ Πατὴρ μείζων, σύνθετος ἔσται ὁ ἀγέννητος, καίπερ ἁπλοῦς ὢν καὶ ἀσχημάτιστος· εἴγε ὁ ὄγκος σύνθετον καὶ μεριστόν· πᾶς γὰρ ὄγκος ἐκ μερῶν σύγκειται, καὶ σύνθεσιν μερῶν ἔχει· ὅπερ ἐπὶ Θεοῦ λέγει ἄτοπον. Ὀρθ. Ἐπὶ Θεοῦ λέγειν σύνθεσιν καὶ ὄγκον ἄτοπον, ἀληθῶς δὴ ἄτοπον. Θεὸς δὲ, κἂν μὴ θέλῃς, ὁ Υἱὸς, ἀσύνθετος καὶ ἁπλοῦς καὶ ἀσχημάτιστος καὶ αὐτός· καὶ σύνθεσιν λέγειν καὶ ὄγκον ἐπ᾽ αὐτοῦ ἄτοπον. Εἰ δὲ τοῦτο, τὸ μεῖζον ἄρα ἐν τούτοις οὐχ εὑρεθήσεται. Ἐν δὲ τῷ ἁπλῷ καὶ ἀσυνθέτῳ καὶ ἀσχηματίστῳ καὶ θείῳ ἴσος ὁμολογηθεὶς, μείζονα τὸν Πατέρα λέγει, μορφὴν δούλου λαβὼν, καὶ τιμῶν τὸν ἑαυτοῦ Πατέρα. Ἀκούεις γοῦν αὐτοῦ λέγοντος· «Ἀλλ᾽ ἐγὼ τιμῶ τὸν Πατέρα, ὑμεῖς δὲ ἀτιμάζετέ με·» καὶ, Ὁ Πατὴρ τιμᾷ τὸν Υἱὸν, καθίσας αὐτὸν ἐκ δεξιῶν, καὶ πάντας ἕλκων πρὸς αὐτόν. Λέγει γὰρ αὐτὸς ὁ Υἱός· «Οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς μὲ, ἐὰν μὴ ὁ Πατὴρ ὁ οὐράνιος ἑλκύσῃ αὐτὸν πρὸς μέ.» Ἀνόμ. Ἄλλως δὲ, εἰ ἔστι τι τὸ ἀγέννητον, ἢ ὅλον ἐστὶ τοῦτο ἢ μέρος· ἀλλ᾽ εἰ μὲν μέρος, πάλιν ἑαυτοῦ ἐστιν ἀνόμοιος· εἴγε τὸ μὲν μέρος αὐτοῦ ἀγέννητον, τὸ δὲ ἄλλο μή. Εἰ δὲ ὅλη ἡ φύσις ἀγέννητος, καθόλου δὲ μείζων ὁ Πατὴρ, εὐθὺς ἐπὶ τὴν παραλλαγὴν τῆς οὐσίας ὅλως ἐκπίπτει. Εἰ γὰρ ἡ οὐσία ὅλη ἀγέννητος, καὶ οὐδὲν ἐπ᾽ αὐτῇ μέρος γεννητὸν, κατὰ δὲ τὸ ἀγέννητον ἀνόμοιος, καθ᾽ ὅλην ἄρα τὴν οὐσίαν ἀνόμοιος.
Μετάφραση
Ανόμ. Εάν όμως ο Πατέρας είναι μεγαλύτερος κατά τον όγκο, τότε ο αγέννητος θα είναι σύνθετος, παρόλο που είναι απλός και ασχημάτιστος· εφόσον βέβαια ο όγκος είναι κάτι το σύνθετο και μεριστό. Διότι κάθε όγκος αποτελείται από μέρη και έχει σύνθεση μερών, πράγμα που είναι άτοπο να λέγεται για τον Θεό. Ορθ. Το να μιλάει κανείς για σύνθεση και όγκο στον Θεό είναι άτοπο, αληθινά πολύ άτοπο. Όμως και ο Υιός είναι Θεός, έστω κι αν δεν το θέλεις, ασύνθετος, απλός και ασχημάτιστος και ο ίδιος· και το να αποδίδει κανείς σύνθεση και όγκο σε Αυτόν είναι άτοπο. Εάν λοιπόν ισχύει αυτό, η ιδιότητα του μεγαλύτερου δεν θα βρεθεί σε αυτά τα χαρακτηριστικά. Ενώ όμως ομολογείται ίσος ως προς το απλό, το ασύνθετο, το ασχημάτιστο και το θείο, ονομάζει τον Πατέρα μεγαλύτερο, επειδή έλαβε μορφή δούλου, και τιμώντας τον δικό Του Πατέρα. Τον ακούς άλλωστε να λέει: «Αλλά εγώ τιμώ τον Πατέρα μου, εσείς όμως με ατιμάζετε»· και ότι ο Πατέρας τιμά τον Υιό, καθίζοντάς Τον εκ δεξιών και ελκύοντας τους πάντες προς Αυτόν. Διότι λέει ο ίδιος ο Υιός: «Κανείς δεν έρχεται προς εμένα, εάν δεν τον ελκύσει προς εμένα ο ουράνιος Πατέρας». Ανόμ. Από την άλλη, εάν το αγέννητο είναι κάτι, αυτό είναι είτε ολόκληρο είτε μέρος· εάν όμως είναι μέρος, τότε πάλι είναι ανόμοιος προς τον ίδιο του τον εαυτό· εφόσον βέβαια ένα μέρος του είναι αγέννητο, ενώ το άλλο όχι. Εάν πάλι ολόκληρη η φύση είναι αγέννητη, και γενικά ο Πατέρας είναι μεγαλύτερος, τότε αυτόματα εκπίπτει πλήρως σε διαφοροποίηση της ουσίας. Διότι, εάν ολόκληρη η ουσία είναι αγέννητη και κανένα μέρος σε αυτήν δεν είναι γεννητό, και ως προς το αγέννητο είναι ανόμοιος, άρα είναι ανόμοιος ως προς ολόκληρη την ουσία.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες