Ἁβραὰμ μὲν γὰρ καὶ οἱ προφῆται, καίτοι τὸν τοῦ Θεοῦ τηρήσαντες λόγον, τοῖς τῆς φύσεως νόμοις οὐκ ἀντειρήκασιν, ἀλλ᾽ ἐκλίθησάν τε καὶ πεπτώκασιν εἰς τὸν κοινὸν δὴ τοῦτον τοῦ σώματος θάνατον· εἶτα σὺ φῂς ἄγευστον ἔσεσθαι τοῦ θανάτου παντελῶς τὸν τῶν παρὰ σοῦ φύλακα λόγων· πῶς οὖν οὐκ ἀμείνω φησὶ τῶν ἐκείνου τὰ σά; ὁ δὲ Θεὸν ὑπερτερήσειν ὑπολαβὼν, πῶς οὐκ ἀπόπληκτος ἐναργῶς; οἴονται γὰρ ἐκ πολλῆς ἀμαθίας, μόνον τὸν τοῦ σώματος θάνατον παραδηλοῦν ἐν τούτοις τὸν Κύριον, καὶ τὸ μὴ τεθνάναι σαρκὶ τοῖς αὐτῷ πειθομένοις κατεπαγγέλεσθαι, εἰ καὶ ὅτι μάλιστα σωφρόνων ἦν ἔργον ἐννοεῖν ὡς οὐδὲν ἀποθνήσκει τῷ Θεῷ, κἂν ἀποθάνῃ ζωοποιούμενον. εἰ γὰρ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παρηνέχθη, πῶς οὐχὶ μᾶλλον ἑτοιμότερόν τε καὶ εὐπετέστερον τὸ ἤδη παρενεχθὲν ἐς τὸ καὶ εἰσαῦθις εἶναι κληθήσεται, κἂν βραχύ τι νοοῦσι κατευνασθὲν δι᾽ οἰκονομίαν;
Μετάφραση
Διότι ο Αβραάμ και οι προφήτες, αν και τήρησαν τον λόγο του Θεού, δεν αντιτάχθηκαν στους νόμους της φύσεως, αλλά κάμφθηκαν και έπεσαν σε αυτόν τον κοινό θάνατο του σώματος. Έπειτα εσύ λες ότι εκείνος που φυλάττει τους δικούς σου λόγους θα μείνει εντελώς άγευστος θανάτου. Πώς λοιπόν, λέει, τα δικά σου δεν είναι ανώτερα από τα δικά Του; Και αυτός που υπέθεσε ότι θα ξεπεράσει τον Θεό, πώς να μην είναι ολοφάνερα παράφρων; Διότι νομίζουν από πολλή αμάθεια ότι ο Κύριος υποδηλώνει εδώ μόνο τον θάνατο του σώματος, και ότι υπόσχεται σε όσους τον υπακούν πως δεν θα πεθάνουν κατά σάρκα, αν και βεβαίως θα ήταν έργο συνετών ανθρώπων να κατανοήσουν ότι τίποτα δεν πεθαίνει για τον Θεό, αλλά ακόμη κι αν πεθάνει, ζωοποιείται. Διότι, αν από την ανυπαρξία ήρθε στην ύπαρξη, πώς δεν θα είναι πολύ πιο έτοιμο και πιο εύκολο να κληθεί ξανά στην ύπαρξη αυτό που ήδη δημιουργήθηκε, έστω κι αν θεωρείται ότι κοιμήθηκε για λίγο κατ' οικονομίαν;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες