κατακρίνουσι τοίνυν ὡς δυσφημήσαντα, καὶ σκορπίων δίκην ἐπιπηδῶσι λοιπὸν, ἐπιτιμᾶν δὲ χρῆναι καὶ σφόδρα δικαίως ὑπολαμβάνουσι τῷ Χριστῷ, ὡς τὸ μὲν τῆς ἀνθρωπότητος ἀτιμάζοντι μέτρον, ἀναπηδῶντι δὲ καὶ ἐξαλλομένῳ τοσοῦτον, ὡς ἐπέκεινα φέρεσθαι τῆς ἐνούσης δόξης τῷ πάντων Δεσπότῃ, ἀλλὰ καὶ τὴν τῶν ἁγίων πατριαρχῶν τε καὶ προφητῶν πατοῦντι τιμήν· προσδοκῶσι γὰρ ἤδη καὶ διαῤῥήδην ἀναβοῶντος ἀκούεσθαι, δι᾽ ὧν ἐρεθίζειν νομίζουσι, τό Τίνα σεαυτὸν ποιεῖς κακοτρόπως ἐπιφθεγγόμενοι, ὅτι μείζων εἰμὶ καὶ Ἁβραὰμ καὶ τῶν προφητῶν, εἰ καὶ ὅτι μάλιστα τοῦτο λέγων ἀληθὴς ἦν ὁ Κύριος, ἐπείπερ οὐδεὶς ἀνθρώπων λόγος εἰς τὸ συγκρίνεσθαι Θεῷ τῷ πάσης ἐπάνω φύσεως ὁρατῆς τε καὶ νοητῆς. <Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς Ἐὰν ἐγὼ δοξάζω ἐμαυτὸν, ἡ δόξα μου οὐδέν ἐστι.> Βλέπει μὲν ἅπας ὁ τοῦ λόγου σκοπὸς εἴς τε τοῦ Ἁβραὰμ τοῦ ἁγίου πρόσωπον καὶ τῶν προφητῶν, μετασχηματίζει δὲ πιθανῶς εἰς ἑαυτὸν τὸ δηλούμενον ὁ Σωτὴρ, οὐκ ἀγνοήσας ὅτι πρόχειρος εἰς ὀργὴν καὶ προφάσεως δίχα τῆς εἰς τοῦτο καλούσης ὁ Φαρισαῖος, καὶ προσθήκην ἀεὶ πρὸς τὸ χρῆναι μιαιφονεῖν ἀγριώτερον πᾶν ὁτιοῦν τῶν περὶ αὐτοῦ λαλουμένων ἐκδέχεται. φιλαμαρτήμονας γὰρ ὁ φθόνος ἐργάζεται τοὺς ἐν οἷς ἂν γένοιτο, καὶ θερμότερον ἀναπείθει δυσφορεῖν, καὶ ἐφ᾽ οἷς ἥκιστα χρῆν. τοιοῦτόν τι δὲ παραδηλοῦν πάλιν ἐθέλει Χριστός.
Μετάφραση
Τον κατακρίνουν, λοιπόν, ότι βλασφήμησε, και στο εξής του επιτίθενται σαν σκορπιοί, και θεωρούν ότι πρέπει να επιπλήξουν τον Χριστό και μάλιστα πολύ δίκαια, με το σκεπτικό ότι αφενός ατιμάζει το μέτρο της ανθρώπινης φύσης, αφετέρου δε αναπηδά και υπερβάλλει τόσο πολύ, ώστε να φέρεται υπεράνω της δόξας που ανήκει στον Δεσπότη των πάντων, αλλά και ότι καταπατά την τιμή των αγίων πατριαρχών και προφητών. Διότι προσδοκούν πλέον να τον ακούσουν να αναφωνεί ρητώς, μέσα από τα λόγια με τα οποία νομίζουν ότι τον ερεθίζουν, λέγοντας με κακόπιστο τρόπο το «Ποιον κάνεις τον εαυτό σου;», ότι δηλαδή «είμαι ανώτερος και από τον Αβραάμ και από τους προφήτες», έστω και αν, λέγοντας ακριβώς αυτό, ο Κύριος έλεγε την αλήθεια, επειδή κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να συγκριθεί με τον Θεό, ο οποίος βρίσκεται υπεράνω κάθε ορατής και νοητής φύσης. «Αποκρίθηκε ο Ιησούς: Εάν εγώ δοξάζω τον εαυτό μου, η δόξα μου δεν είναι τίποτα». Όλος ο σκοπός του λόγου αποβλέπει μεν στο πρόσωπο του αγίου Αβραάμ και των προφητών, αλλά ο Σωτήρας μετασχηματίζει εύλογα στον εαυτό του το αναφερόμενο, μη αγνοώντας ότι ο Φαρισαίος είναι επιρρεπής στην οργή, ακόμη και χωρίς αφορμή που να τον προκαλεί σε αυτήν, και εκλαμβάνει καθετί που λέγεται γι' αυτόν ως συνεχή αφορμή για να θελήσει να τον δολοφονήσει με ακόμη μεγαλύτερη αγριότητα. Διότι ο φθόνος καθιστά φιλαμαρτήμονες εκείνους στους οποίους εμφιλοχωρεί, και τους παρακινεί να δυσφορούν πιο έντονα, ακόμη και για πράγματα για τα οποία ελάχιστα θα έπρεπε. Κάτι τέτοιο, λοιπόν, θέλει και πάλι να υποδηλώσει ο Χριστός.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες