Ὥς φατε, εἰ ἐκ συμβεβηκότος τινὸς ἀνέβλεψα, τί μου τοὺς γονεῖς παρεστήσατε; Μάτην θορυβεῖσθε· οὐ δύνασθε κρύψαι τὸ θαῦμα· κἂν γὰρ ἐγὼ σιωπήσω, οἱ ὀφθαλμοί μου βοῶσιν. Ἄνθρωπός τις λεγόμενος Ἰησοῦς, οὗ καὶ τὸ ὄνομα ἴασις, πηλὸν ἐπέχρισέ μου τοῖς ὀφθαλμοῖς, καὶ εἶπέ μοι· «Ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ.» Καὶ ἀπελθὼν ἐνιψάμην· νιψάμενος, τὸν μὲν πηλὸν ἀπεθέμην, τὸ δὲ φῶς ἐδεξάμην.
Μετάφραση
Εάν, όπως λέτε, ανέβλεψα κατά σύμπτωση, γιατί παρουσιάσατε τους γονείς μου; Μάταια θορυβείσθε· δεν μπορείτε να αποκρύψετε το θαύμα· διότι και αν ακόμη εγώ σιωπήσω, οι οφθαλμοί μου βοούν. Κάποιος άνθρωπος που ονομάζεται Ιησούς, του οποίου και το όνομα σημαίνει ίαση, άλειψε με πηλό τους οφθαλμούς μου και μου είπε: «Πήγαινε να νιφτείς στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ». Και αφού πήγα, νίφτηκα· και αφού νίφτηκα, τον μεν πηλό απέβαλα, το δε φως δέχθηκα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες