ἁπλούστερον τοίνυν καὶ ἄνθρωπον ἀποκαλεῖ, καὶ τὸν τῆς ἰάσεως ἐξηγεῖται τρόπον. ἔδει μὲν γὰρ τῷ μεγέθει τοῦ θαύματος ἀναπεπεισμένον τὴν ὑπὲρ ἀνθρώπων φύσιν χαρίζεσθαι δόξαν τῷ τερατουργῷ, τῷ γεμὴν δύνασθαι τοὺς ἁγίους ἐνεργεῖν διὰ Θεοῦ τὰ παράδοξα τὴν πίστιν ἐπιδιδοὺς, συναρπάζεταί πως πρὸς τὸ ὑπάρχειν ἐκείνων ἕνα νομίζειν αὐτόν. <Καὶ εἶπον αὐτῷ Ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει Οὐκ οἶδα.> Οὐκ ἐκ φιλοθέου γνώμης ζητοῦσι τὸν Ἰησοῦν, ἀλλ᾽ οὐδὲ ὅποι καὶ παρὰ τίσιν ἐποιεῖτο τὰς διατριβὰς ἐπείγονται μαθεῖν, ἵνα τι τῶν συντελούντων εἰς ὄνησιν περιτυχόντες αἰτήσειαν, πεπηρωμένοι δὲ τῆς διανοίας τὸν ὀφθαλμὸν, καὶ πολὺ χειρόνως ἤπερ ἐκεῖνός ποτε τὸν τοῦ σώματος, πρὸς ἀδικωτάτην ὀργὴν ἀνακαίονται, καὶ θηρίων ἀτιθάσων ἀναπηδῶσι δίκην, λελύσθαι νομίζοντες παρὰ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν νομικὴν ἐντολὴν τὴν ἐπὶ τὸ χρῆναί φημι μηδὲν ἐν σαββάτῳ τὸ παράπαν ἐργάζεσθαι διηγορευμένην. λελυττήκασι δὲ οὐ μετρίως, ἐπείπερ ὅλως πηλοῦ θιγεῖν ἀπετόλμησε, περιτρίψας δακτύλῳ τὴν γῆν, καὶ προσέτι τοῦτο καὶ ἀπονίψασθαι δεῖν ἐν σαββάτῳ τὸν ἄνθρωπον διετάξατο. διάτοι τοῦτο καὶ τὸν ἐξ ὀργῆς καὶ ἀπονοίας ἐρεύγονται λόγον τό Ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος ἀναισχύντως λέγειν οὐ παραιτούμενοι.
Μετάφραση
Πολύ απλά, λοιπόν, τον αποκαλεί άνθρωπο και εξηγεί τον τρόπο της θεραπείας. Διότι έπρεπε, αφού πείστηκε από το μέγεθος του θαύματος, να αποδώσει στον θαυματουργό δόξα ανώτερη από την ανθρώπινη φύση, όμως, επειδή παραχωρούσε την πίστη στο ότι οι άγιοι μπορούν να επιτελούν παράδοξα μέσω του Θεού, παρασύρεται κατά κάποιον τρόπο στο να θεωρεί ότι Αυτός είναι ένας από εκείνους. «Και του είπαν· Πού είναι εκείνος; Λέει· Δεν γνωρίζω». Δεν αναζητούν τον Ιησού από φιλόθεη διάθεση, ούτε επείγονται να μάθουν πού και με ποιους διέτριβε, ώστε συναντώντας τον να του ζητήσουν κάτι από όσα συντελούν σε ωφέλεια, αλλά, έχοντας τυφλωθεί στο μάτι της διάνοιας, και μάλιστα πολύ χειρότερα από ό,τι εκείνος κάποτε στο μάτι του σώματος, φλέγονται από αδικαιολόγητη οργή και αναπηδούν σαν ανήμερα θηρία, νομίζοντας ότι έχει καταλυθεί από τον Σωτήρα μας η νομική εντολή, εννοώ αυτήν που ορίζει το να μην εργάζεται κανείς απολύτως τίποτα την ημέρα του Σαββάτου. Είχαν μάλιστα εξοργιστεί σε μεγάλο βαθμό, επειδή τόλμησε να αγγίξει καθόλου πηλό, τρίβοντας με το δάχτυλο το χώμα, και επιπλέον αυτού επειδή διέταξε τον άνθρωπο να νιφτεί το Σάββατο. Γι' αυτόν τον λόγο και ξεστομίζουν λόγια από οργή και παράνοια, χωρίς να διστάζουν να λένε ξεδιάντροπα το: Πού είναι εκείνος;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες