ᾧ γὰρ ἦν εἰκὸς καὶ πλουσίαν ὀφείλεσθαι δόξαν τὴν ἐκ μικρυσμοῦ λοιδορίαν προσάπτουσι· καίτοι θαυμάσαι δέον εἴπερ ἦσαν ἀγαθοὶ, καὶ τοῖς προσήκουσιν ἐπαίνοις τὴν τοῦ Θεοῦ δύναμιν καταστέφειν εἰδότες, ἀλλ᾽ ὅπερ ἦν οἶμαι δίκαιον αὐτοὺς φρονεῖν τε καὶ δρᾶν ἐξ ἀμετρήτου κακοβουλίας παρωθούμενοι, εἰς ἄκαιρον παρατρέπονται ζῆλον, καὶ ὅτι προσῆκεν ἀδικουμένῳ τρόπον τινὰ συνειπεῖν τῷ νόμῳ κιβδήλως διενθυμούμενοι, ζητοῦσιν ὡς ἐργασάμενον ἐν σαββάτῳ τὸν Ἰησοῦν καὶ τὴν οὕτως ἀξιάγαστον ἐντολὴν ἀδικήσαντα διὰ τοῦ θεραπεῦσαι τὸν ἄνθρωπον. εἰκὸς γὰρ δήπου νομίζειν αὐτοὺς, ἀπηνῆ τινα καὶ οὐ φιλοικτίρμονα τὸν Θεὸν ὑπάρχειν ἐν σαββάτῳ, ἀγανακτεῖν δὲ σφόδρα κἂν βλέπῃ σωζόμενον τὸν κατ᾽ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν τὴν αὐτοῦ γεγονότα, δι᾽ ὃν καὶ τὸ σάββατον· “Κύριος γάρ ἐστι τοῦ σαββάτου ὁ υἱὸς τοῦ ”ἀνθρώπου,” κατὰ τὴν τοῦ Σωτῆρος φωνήν. <Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους τόν ποτε τυφλόν. ἦν δὲ σάββατον ἐν ᾗ ἡμέρᾳ τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς.> Ἀποκομίζουσι τοῖς ἡγουμένοις τὸν ἄνθρωπον, οὐχ ἵνα τὰ ἐπ᾽ αὐτῷ μαθόντες θαυμάσωσιν· οὐ γὰρ ἦν εἰκὸς ἐπί τινι τῶν τοιούτων ἡσθῆναί ποτε τοὺς ἀσύγκριτον ὠδίνοντας φθόνον κατὰ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Χριστοῦ, ἀλλ᾽ ὡς ἔνδηλον καταστήσοντες, καθάπερ ᾤοντο, τὴν παρανομίαν αὐτοῦ, καὶ κατηγορήσοντες ὡς ἠδικηκότα διὰ τὸ εἰργάσθαι πηλὸν ἐν σαββάτῳ.
Μετάφραση
Διότι σε Εκείνον στον οποίο ήταν εύλογο να οφείλεται πλούσια δόξα, προσάπτουν τη λοιδορία της υποτίμησης· και ενώ θα έπρεπε να θαυμάσουν αν ήταν αγαθοί, και να ξέρουν να στεφανώνουν με τους πρέποντες επαίνους τη δύναμη του Θεού, αντίθετα, απωθώντας νομίζω εξαιτίας της αμέτρητης κακοβουλίας τους αυτό που ήταν δίκαιο και να σκέφτονται και να πράττουν, παρασύρονται σε άκαιρο ζήλο, και σκεπτόμενοι κίβδηλα ότι άρμοζε να συνηγορήσουν υπέρ του νόμου που κατά κάποιον τρόπο αδικήθηκε, ζητούν να κατηγορήσουν τον Ιησού ότι εργάστηκε το Σάββατο και ότι παραβίασε μια τόσο αξιοθαύμαστη εντολή θεραπεύοντας τον άνθρωπο. Διότι είναι βέβαια φυσικό να νομίζουν αυτοί ότι ο Θεός είναι σκληρός και άσπλαχνος την ημέρα του Σαββάτου, και ότι αγανακτεί σφόδρα αν βλέπει να σώζεται αυτός που πλάστηκε κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσή Του, για τον οποίο δημιουργήθηκε και το Σάββατο· «Διότι ο Υιός του ανθρώπου είναι Κύριος και του Σαββάτου», σύμφωνα με τον λόγο του Σωτήρα. <Οδηγούν στους Φαρισαίους τον άλλοτε τυφλό. Ήταν δε Σάββατο η ημέρα που ο Ιησούς έφτιαξε τον πηλό και του άνοιξε τα μάτια.> Οδηγούν τον άνθρωπο στους άρχοντες, όχι για να θαυμάσουν μαθαίνοντας τα όσα έγιναν σε αυτόν – διότι δεν ήταν αναμενόμενο να χαρούν ποτέ για κάτι τέτοιο αυτοί που έτρεφαν ασύγκριτο φθόνο εναντίον του Σωτήρα μας Χριστού – αλλά με σκοπό να καταστήσουν φανερή, όπως νόμιζαν, την παρανομία Του, και να Τον κατηγορήσουν ως παραβάτη επειδή έφτιαξε πηλό το Σάββατο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες