Ὅτι δὲ οὐ μετρίως ἀσχάλλουσι διὰ τὸ γενέσθαι πηλὸν ἐν σαββάτῳ σαφὲς ἡμῖν καθιστὰς ὁ μακάριος Εὐαγγελιστὴς, ἐπιτηδείως ἐπισημαίνεται τὴν τοῦ πράγματος γελοιότητα, προσθεὶς τό Ἦν δὲ σάββατον ἐν ᾗ ἡμέρᾳ τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς. <Πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ φαρισαῖοι Πῶς ἀνέβλεψας;> Περιεργάζονται τῆς θεραπείας τὸν τρόπον, θερμότερον ὥσπερ ἐν ἑαυτοῖς τὸ ἐκ τῆς βασκανίας ἀνακαίοντες πῦρ, φιλοπευστοῦσι δὲ λίαν, οὐκ ἀγνοοῦντες δὲ ὥς γε μοι φαίνεται τὸ παράδοξον. πῶς γὰρ οὐκ εὔηθες παντελῶς τοὺς, οἵπερ ἦσαν ὡς αὐτοὺς ἀφιγμένοι ποτὲ τυφλὸν ἀποφέροντες, μὴ οὐχὶ πάντως εἰπεῖν τῆς ἀπαγωγῆς τὴν αἰτίαν, ὥσπερ δὲ οὐκ ἀρκούντων ἐκείνων εἰς τὸ κατηγορεῖν τοῦ Χριστοῦ, καὶ αὐτὸν δι᾽ οἰκείας ἀναγκάζουσι φωνῆς ὁμολογῆσαι τὸ δεδραμένον, χαλεπωτέραν ἔσεσθαι τῆς συκοφαντίας τὴν δύναμιν διὰ τούτου πιστεύοντες.
Μετάφραση
Και καθιστώντας μας σαφές ο μακάριος Ευαγγελιστής ότι δυσφορούν υπέρμετρα επειδή κατασκευάστηκε πηλός κατά την ημέρα του Σαββάτου, επισημαίνει εύστοχα τη γελοιότητα του γεγονότος, προσθέτοντας το: Ήταν δε Σάββατο την ημέρα που ο Ιησούς έφτιαξε τον πηλό. <Τον ρωτούσαν, λοιπόν, πάλι και οι Φαρισαίοι: Πώς ανέβλεψες;> Περιεργάζονται τον τρόπο της θεραπείας, αναζωπυρώνοντας τρόπον τινά μέσα τους πιο θερμά το πυρ του φθόνου, και ρωτούν με υπερβολική περιέργεια, ενώ δεν αγνοούν, όπως τουλάχιστον μου φαίνεται, το παράδοξο. Διότι πώς να μην είναι εντελώς ανόητο, εκείνοι που είχαν φτάσει σε αυτούς φέρνοντας τον άλλοτε τυφλό, να μην πουν οπωσδήποτε την αιτία της προσαγωγής του; Και σαν να μην αρκούσαν εκείνοι για να κατηγορηθεί ο Χριστός, αναγκάζουν και τον ίδιο με τη δική του φωνή να ομολογήσει τα πεπραγμένα, πιστεύοντας ότι μέσω αυτού η δύναμη της συκοφαντίας θα γίνει ισχυρότερη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες