οὐκοῦν καὶ αὐτοὶ συναγορεύουσι τῇ τῶν πατέρων δόξῃ διὰ Χριστὸν, πρόφασιν ὥσπερ τινὰ τῆς εἰς ἐκείνους ἀγάπης καὶ τὰ ἐπ᾽ αὐτῷ δεξάμενοι. <Λέγουσιν οὖν πάλιν τῷ τυφλῷ Τί σὺ λέγεις περὶ αὐτοῦ ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς;> Παραπαίειν νομίζουσι τοὺς τὰ δίκαια κρίνειν προθυμουμένους· ἐπιλελῆσθαι δέ μοι δοκοῦσι παντελῶς τοῦ λέγοντος Κρῖμα δίκαιον κρίνατε, προκατειλημμένοι δὲ ὥσπερ τοῖς ἀπὸ φθόνου δεσμοῖς, φωνῆς ὅλως ἐπαΐειν τιμώσης Χριστὸν οὐκ ἀνέχονται, ἀλλ᾽ ὥσπερ τινὰ τῶν αὐτοῖς πολεμιωτάτων τὸν τῶν παραδόξων συνειπεῖν θέλοντα παραιτούμενοι, καὶ μικρὰ τῆς ἑαυτῶν φροντίσαντες κεφαλῆς παρατρέπουσιν ἀλαζόνως τοὺς λόγους ἐπὶ τὸν ἄνθρωπον, ὃς ἦν τεθεραπευμένος, καὶ τὸ πολλάκις ἀκουσθὲν ἐρωτῶσιν εἰσαῦθις, προκεκληκότες μὲν ἤδη φαῦλόν τε καὶ ἁμαρτωλὸν τὸν ἐνεργήσαντά τι κατὰ τὸ σάββατον· οἰόμενοι δὲ διὰ τοῦτο καταδικάσειν αὐτοῦ σὺν αὐτοῖς τὸν τυφλὸν, καὶ ταῖς παρ᾽ αὐτῶν ἀκολουθήσειν φωναῖς, τὰς μὲν ἐπὶ τῇ τοῦ πάθους ἀπαλλαγῇ χαριστηρίους εὐχὰς περιστείλαντα, δεδιότα δὲ καὶ τὴν παρ᾽ ἐκείνων ὀργὴν καταπεφρικότα, κατηγορήσειν εὐκόλως ὡς παροινήσαντος τῷ νόμῳ διὰ τὸ σάββατον. πονηρὸς μὲν οὖν τῶν Φαρισαίων ὁ λογισμὸς, ὅτι δὲ ἀμαθὴς οὐκ ἀμφίβολον. τί γὰρ ἂν ἠδίκησε τοῦ παραδόξου τὴν δύναμιν ἑνὸς ἀχαρίστου φωνή;
Μετάφραση
Επομένως και αυτοί συντάσσονται με τη γνώμη των πατέρων για τον Χριστό, δεχόμενοι τα όσα έγιναν σε αυτόν σαν μια πρόφαση της αγάπης προς εκείνους. «Λέγουν λοιπόν πάλι στον τυφλό: Τι λες εσύ για αυτόν που σου άνοιξε τα μάτια;» Θεωρούν ότι παραλογίζονται όσοι προθυμοποιούνται να κρίνουν δίκαια· και μου φαίνεται ότι έχουν ξεχάσει εντελώς εκείνον που λέει «Κρίνετε δίκαιη κρίση», και όντας προκατειλημμένοι, σαν να είναι δεμένοι με τα δεσμά του φθόνου, δεν ανέχονται καθόλου να ακούνε φωνή που να τιμά τον Χριστό, αλλά απορρίπτοντας όποιον θέλει να συνηγορήσει υπέρ των παραδόξων γεγονότων σαν να είναι κάποιος από τους μεγαλύτερους εχθρούς τους, και αδιαφορώντας για την ίδια τους την κεφαλή, στρέφουν αλαζονικά τα λόγια τους στον άνθρωπο που είχε θεραπευτεί, και τον ρωτούν και πάλι αυτό που είχαν ακούσει πολλές φορές, έχοντας ήδη προαποκαλέσει φαύλο και αμαρτωλό εκείνον που έπραξε κάτι την ημέρα του Σαββάτου. Νόμιζαν δε ότι εξαιτίας αυτού ο τυφλός θα τον καταδίκαζε μαζί με αυτούς και θα συντασσόταν με τα δικά τους λόγια, καταπνίγοντας τις ευχαριστήριες προσευχές για την απαλλαγή από την πάθησή του, και ότι, φοβούμενος και τρέμοντας την οργή τους, θα τον κατηγορούσε εύκολα ως καταφρονητή του νόμου εξαιτίας του Σαββάτου. Πονηρός, λοιπόν, ήταν ο συλλογισμός των Φαρισαίων, και δεν χωρά αμφιβολία ότι ήταν και ανόητος. Διότι τι θα μπορούσε να βλάψει τη δύναμη του θαύματος η φωνή ενός αχάριστου;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες