Εἰ γὰρ ἦσαν τοῦ Μωσέως μαθηταί, καὶ τοῦ Χριστοῦ ἂν ἦσαν· καθὰ καὶ αὐτὸς ἔλεγεν αὐτοῖς· «Εἰ ἐπιστεύετε Μωσεῖ, ἐπιστεύετε ἂν ἐμοί.» Οὐκ εἶπον δέ, ὅτι Ἡμεῖς ἠκούσαμεν, ἀλλ’ ὅτι «Ἡμεῖς οἴδαμεν, ὅτι Μωσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός.» Καίτοι τῶν προγόνων αὐτοῖς ἀπαγγειλάντων, ἀκριβῆ γνῶσιν ἔχειν λέγουσιν, ὧν ἐξ ἀκοῆς παρειλήφεισαν· ὃν δὲ τοῖς ὀφθαλμοῖς ἔβλεπον θαυματουργοῦντα, καὶ οὗ ἤκουον θεῖα καὶ ἄνωθεν φθεγγομένου, τοῦτον πλάνον ἐκάλουν. Ὁρᾷς ἀνοησίαν ἀπὸ κακίας δεδημιουργημένην; «Ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος, καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. Οἴδαμεν δέ, ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει· ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ, καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. Ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη, ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου. Εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν.» Ὑμεῖς, φησίν, ὦ Ἰουδαῖοι, ἀποβάλλεσθε τὸν θεραπεύσαντά με, ὡς μὴ εἰδότες αὐτόν, «πόθεν ἐστίν·» ἐγὼ δέ φημι, ὅτι διὰ τοῦτο μᾶλλόν ἐστι θαυμαστός, ὅτι ἄνθρωπος οὐ τῶν ἐπισήμων παρ’ ὑμῶν ὤν, οὐδὲ τῶν δεδοξασμένων, τοιαῦτα δύναται, ὥστε εἶναι δῆλον πάντοθεν, ὡς ἔστι κρείττονός τινος δυνάμεως, οὐδεμιᾶς ἀνθρωπίνης βοηθείας δεόμενος. Εἶτα καὶ ἐπειδὴ προλαβόντες, εἶπόν τινες ἐξ αὐτῶν· «Πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς σημεῖα τοιαῦτα ποιεῖν;»
Μετάφραση
Διότι, αν ήταν μαθητές του Μωυσή, θα ήταν και του Χριστού· όπως και ο ίδιος τους έλεγε: «Αν πιστεύατε στον Μωυσή, θα πιστεύατε σε εμένα.» Δεν είπαν δε, ότι «εμείς ακούσαμε», αλλά ότι «Εμείς γνωρίζουμε ότι στον Μωυσή έχει μιλήσει ο Θεός.» Αν και οι πρόγονοί τους τους τα ανήγγειλαν, λένε ότι έχουν ακριβή γνώση αυτών που παρέλαβαν εξ ακοής· Εκείνον όμως, τον οποίο έβλεπαν με τα μάτια τους να θαυματουργεί και τον οποίο άκουγαν να φθέγγεται θεία και ουράνια λόγια, αυτόν τον αποκαλούσαν πλάνο. Βλέπεις ανοησία που έχει δημιουργηθεί από την κακία; «Αποκρίθηκε ο άνθρωπος και τους είπε: "Σε αυτό ακριβώς βρίσκεται το θαυμαστό, στο ότι εσείς δεν γνωρίζετε από πού είναι, και όμως μου άνοιξε τα μάτια. Γνωρίζουμε δε ότι ο Θεός δεν εισακούει τους αμαρτωλούς· αλλά αν κάποιος είναι θεοσεβής και κάνει το θέλημά Του, αυτόν τον εισακούει. Από τότε που υπάρχει ο κόσμος, δεν ακούστηκε ποτέ ότι κάποιος άνοιξε τα μάτια ανθρώπου που γεννήθηκε τυφλός. Αν αυτός δεν ήταν από τον Θεό, δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα."» Εσείς, λέει, ω Ιουδαίοι, απορρίπτετε αυτόν που με θεράπευσε, επειδή δήθεν δεν γνωρίζετε γι' αυτόν «από πού είναι»· εγώ όμως λέω ότι γι' αυτό είναι ακόμη περισσότερο θαυμαστός, επειδή, αν και είναι άνθρωπος όχι από τους επισήμους μεταξύ σας ούτε από τους δοξασμένους, έχει τέτοια δύναμη, ώστε να είναι ολοφάνερο από παντού ότι κατέχει κάποια ανώτερη δύναμη, μη έχοντας ανάγκη από καμία ανθρώπινη βοήθεια. Έπειτα και επειδή προτρέχοντας μερικοί από αυτούς είπαν: «Πώς είναι δυνατόν ένας αμαρτωλός άνθρωπος να κάνει τέτοια θαύματα;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες