καὶ δέχου πάλιν εἰς τύπον πράγματος ἀληθοῦς τὸ τετελεσμένον· ὅτι γὰρ ἔμελλον οἱ ἐξ Ἰσραὴλ καταβδελύσσεσθαι τοὺς ἐξ ἐθνῶν ὡς τεθραμμένους ἐν ἁμαρτίαις διὰ τὴν προλαβοῦσαν ἀπάτην, ἐπιγνώσεταί τις ἐξ ὧν οἱ Φαρισαῖοι πρὸς ἐκεῖνον εἰρήκασιν. ἐκπέμπουσι δὲ αὐτὸν, ἀπόπεμπτοι γὰρ καὶ ἀπόβλητοι παρὰ τοῖς Ἰουδαίοις οἱ τὸν ἐπὶ Χριστῷ πρεσβεύοντες λόγον. <Ἤκουσεν ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω.> Ἀκοῦσαί φησιν ὁ θεσπέσιος Εὐαγγελιστὴς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν, οὐχὶ πάντως, οὐδὲ ἐξ ἀνάγκης ἀπαγγέλλοντός τινος αὐτῷ τὸ γεγενημένον, ἀλλ᾽ ἐπείπερ ὥς που τις ἔφη τῶν σοφῶν “Πνεῦμα Κυρίου πεπλήρωκε τὴν οἰκου- ”μένην, καὶ οὖς ἀκροάσεως ἀκροᾶται τὰ πάντα.” εἰσακούει γὰρ, ὡς ὁ ψάλλων φησίν “Ὁ φυτεύσας τὸ οὖς οὐχὶ ”ἀκούει; καὶ ὁ πλάσας ὀφθαλμὸν οὐχὶ κατανοεῖ;” ὅταν τοίνυν ὑβριζώμεθα δι᾽ αὐτὸν, ἢ καί τι τῶν πεφυκότων λυπεῖν ὑπομένωμεν παρὰ τῶν θεομαχεῖν εἰωθότων, πιστεύειν ἀκόλουθον, ὅτι δὴ πάντως ἐπόπτης ἔσται Θεὸς, ἀκούει δὲ ὥσπερ τὸν ἐπισυμβαίνοντα πειρασμόν· αὐτὴ γὰρ ἡ φύσις τοῦ πράγματος καὶ τῶν δι᾽ αὐτὸν ἀτιμαζομένων τὸ γνήσιον ἐν ὠσὶ τοῖς θείοις μεγάλην ἔχει τὴν βοήν. <Καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ Σὺ πιστεύεις εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ;> Ἐκβέβληται παρὰ τῶν Φαρισαίων ὁ ποτὲ τυφλὸς, ἀλλ᾽ οὐ μακροῦ μεταξὺ διαγεγονότος χρόνου ζητεῖ μὲν αὐτὸν ὁ Χριστὸς, εὑρὼν δὲ μυσταγωγεῖ.
Μετάφραση
Και δέξου πάλι ως τύπο αληθινού γεγονότος αυτό που συντελέστηκε. Διότι το ότι οι εξ Ισραήλ επρόκειτο να βδελύσσονται τους εξ εθνών ως αναθρεμμένους μέσα σε αμαρτίες εξαιτίας της προηγούμενης πλάνης, μπορεί κανείς να το κατανοήσει από όσα είπαν οι Φαρισαίοι σε εκείνον. Τον εκδιώκουν, λοιπόν, επειδή διωγμένοι και απόβλητοι από τους Ιουδαίους είναι όσοι πρεσβεύουν τον λόγο για τον Χριστό. <Άκουσε ο Ιησούς ότι τον έβγαλαν έξω.> Ο θεσπέσιος Ευαγγελιστής αναφέρει ότι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός άκουσε, όχι οπωσδήποτε ούτε κατ' ανάγκην επειδή κάποιος του ανήγγειλε το γεγονός, αλλά επειδή, όπως ακριβώς είπε κάποιος από τους σοφούς: «Το Πνεύμα του Κυρίου έχει γεμίσει την οικουμένη, και αυτί που ακούει, τα ακούει όλα». Διότι ακούει, όπως λέει ο ψαλμωδός: «Αυτός που φύτεψε το αυτί δεν ακούει; Και αυτός που έπλασε το μάτι δεν βλέπει;». Όταν, λοιπόν, υβριζόμαστε εξαιτίας του, ή υπομένουμε κάτι από όσα από τη φύση τους προκαλούν λύπη, από εκείνους που συνηθίζουν να θεομαχούν, είναι φυσικό επακόλουθο να πιστεύουμε ότι ο Θεός οπωσδήποτε θα είναι επόπτης, και ότι ακούει τον πειρασμό που μας συμβαίνει. Διότι η ίδια η φύση του πράγματος και η γνησιότητα εκείνων που ατιμάζονται για χάρη του, ηχούν με μεγάλη βοή στα θεία αυτιά. <Και αφού τον βρήκε, του είπε: Εσύ πιστεύεις στον Υιό του Θεού;> Ο πρώην τυφλός έχει εκδιωχθεί από τους Φαρισαίους, αλλά χωρίς να περάσει πολύς χρόνος στο μεταξύ, ο Χριστός τον αναζητά, και αφού τον βρίσκει, τον μυσταγωγεί.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες