Ἔτι γὰρ τοῦ προτέρου τὴν τοιάνδε συμφορὰν ἐξαγγέλλοντος, ἕτερος ἄγγελος ἤρχετο, χειρόνων πραγμάτων φέρων κατήφειαν· ἀλλήλοις τε ἐπισυνήπτετο τὰ δεινὰ, καὶ τὴν τῶν κυμάτων ἐπιδρομὴν ἐζήλουν αἱ συμφοραὶ, καὶ πρὶν ἢ παυθῆναι τὸ πρότερον δάκρυον, ἑτέρου προσήγετο πρόφασις. Ὁ δίκαιος δὲ ὥσπερ τις πρόβολος εἱστήκει, τὰς τοῦ χειμῶνος ὑποδεχόμενος προσβολὰς, καὶ ἀλλοιῶν εἰς ἀφρὸν τῶν κυμάτων τὴν βίαν, καὶ τὴν εὐγνώμονα πρὸς τὸν Δεσπότην ἠφίει φωνήν· Ὁ Κύριος ἔδωκεν, ὁ Κύριος ἀφείλετο· ὡς τῷ Κυρίῳ ἔδοξεν, οὕτω καὶ ἐγένετο· καὶ οὐδὲν τῶν συμβαινόντων δακρύων ἠξίωσεν. Ἐπειδὴ δὲ ἧκέ τις ἀγγέλλων, ὡς τοῖς παισὶ καὶ ταῖς θυγατράσιν εὐωχουμένοις ἐπετίναξε πνεῦμά τι βίαιον τὸ τῆς εὐφροσύνης δωμάτιον, τότε μόνον τὴν ἐσθῆτα διέῤῥηξε, τὸ τῆς φύσεως ἐπιδεικνύμενος συμπαθὲς, καὶ ὅτι πατὴρ εἴη φιλόστοργος οἷς ἔπραττε μαρτυρόμενος. Πλὴν καὶ τότε ταῖς λύπαις ὅρον καὶ μέτρον ἐπιτιθεὶς, καὶ ταῖς εὐσεβέσιν ἐκείναις φωναῖς κοσμῶν τὸ γινόμενον, ἔλεγεν· Ὁ Κύριος ἔδωκεν, ὁ Κύριος ἀφείλετο· ὡς τῷ Κυρίῳ ἔδοξεν, οὕτω καὶ ἐγένετο, μονονουχὶ τοιαῦτα βοῶν· Ἐκλήθην πατὴρ ἐφ᾽ ὅσον ὁ τοῦτό με ποιήσας ἐβούλετο χρόνον. Περιελεῖν μου τὸν ἐκ τῆς γονῆς στέφανον ἐβουλεύσατο πάλιν, οὐ διαμάχομαι περὶ τῶν ἰδίων αὐτῷ. Κρατείτω τὸ τῷ Δεσπότῃ δοκοῦν· αὐτός ἐστιν ὁ πλάστης τοῦ γένους, ἐγὼ δὲ ὄργανον.
Μετάφραση
Διότι, ενώ ακόμη ο προηγούμενος ανήγγειλε μια τέτοια συμφορά, ερχόταν άλλος αγγελιοφόρος, φέρνοντας τη θλίψη χειρότερων πραγμάτων. Τα δεινά διαδέχονταν στενά το ένα το άλλο, και οι συμφορές μιμούνταν την ορμή των κυμάτων, και προτού καν στεγνώσει το προηγούμενο δάκρυ, παρουσιαζόταν η αφορμή για ένα νέο. Ο δίκαιος όμως στεκόταν σαν ένας κυματοθραύστης, δεχόμενος τις επιθέσεις της καταιγίδας και μετατρέποντας σε αφρό τη βία των κυμάτων, και απηύθυνε την ευγνώμονα φωνή προς τον Δεσπότη: «Ο Κύριος έδωσε, ο Κύριος αφαίρεσε· όπως φάνηκε καλό στον Κύριο, έτσι και έγινε»· και κανένα από όσα συνέβαιναν δεν θεώρησε άξιο δακρύων. Όταν όμως έφτασε κάποιος να αναγγείλει ότι, ενώ οι γιοι και οι κόρες του γευμάτιζαν, ένας βίαιος άνεμος κατέσεισε το οίκημα της χαράς, τότε μόνο έσκισε το ένδυμά του, επιδεικνύοντας τη φυσική ανθρώπινη συμπάθεια και μαρτυρώντας με τις πράξεις του ότι ήταν ένας φιλόστοργος πατέρας. Όμως και τότε, θέτοντας όριο και μέτρο στις λύπες, και κοσμώντας το γεγονός με εκείνες τις ευσεβείς φωνές, έλεγε: «Ο Κύριος έδωσε, ο Κύριος αφαίρεσε· όπως φάνηκε καλό στον Κύριο, έτσι και έγινε», σαν να φώναζε τα εξής: «Ονομάστηκα πατέρας για όσο χρόνο το ήθελε Εκείνος που με κατέστησε τέτοιον. Αποφάσισε πάλι να μου αφαιρέσει το στεφάνι των απογόνων, δεν αντιδικώ μαζί Του για τα δικά Του. Ας επικρατήσει το θέλημα του Δεσπότη. Αυτός είναι ο πλάστης του γένους, και εγώ είμαι ένα όργανο».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες