Οὐκοῦν κἂν εἰ παιδεύοι Θεὸς διὰ συμμέτρου κινήσεως, ἀλλ᾽ οὖν αὐτὸς εὑρίσκεται χορηγὸς τοῖς πάσχουσι καρτερίας καὶ ὑπομονῆς· τοῦτο γὰρ δηλοῖ ἡ ὑπόστασις. Εἰ δέ τις εἴποι καὶ τὴν ὕπαρξιν καὶ κατασκευὴν τῆς φύσεως ἢ καὶ τὴν καραδοκίαν δηλοῦσθαι διὰ τῆς ὑποστάσεως, οὐδ᾽ οὕτω κακῶς· παρὰ Θεοῦ γὰρ καὶ εἰς τὸ εἶναι ὑπέστημεν, καὶ αὐτὸν προσδοκίαν καὶ ἐλπίδα ἔχομεν. <Ἀπὸ πασῶν τῶν ἀνομιῶν μου ῥῦσαί με.> (B f. 142, I f. 105 b) Σύ μοι τὸ δύνασθαι φέρειν κεχάρισαι, τὸ μηδὲν ἐξ ἀνθρωπίνης ἀσθενείας εἰπεῖν ἢ δρᾶσαι· σὺ δὲ καὶ παιδεύσας ὑποστῆναί με ταῦτα, καὶ δύνασθαι φέρειν ἐποίησας. Ἡ δὲ σύνταξις τοῦ προκειμένου ῥητοῦ τοιαύτη ἐστίν· Ἀπὸ πασῶν τῶν ἀνομιῶν μου ῥῦσαί με, ὅτι σὺ ἐποίησας, τουτέστιν ἔπλασας, καὶ ὡς δημιουργὸς τὴν ἐνοῦσαν ἀσθένειαν τῇ ἀνθρωπείᾳ φύσει ἐπίστασαι. Γέγραπται δὲ καὶ ἑτέρωθι, ὅτι «Φθαρτὸν σῶμα βαρύνει ψυχὴν, καὶ βρίθει τὸ γεῶδες σκῆνος νοῦν πολυφρόντιδα.» Εὑρήσομεν δὲ καὶ τὸν τληπαθέστατον Ἰὼβ τοιαύταις χρησάμενον λέξεσιν· «Μνήσθητι γὰρ, φησὶν, ὅτι χοῦν με ἔπλασας.» Καὶ πάλιν· «Ἢ οὐχ ὥσπερ γάλα με ἤμελξας, ἐτύρασας δέ με ἴσα τυρῷ, δέρμα καὶ κρέας με ἐνέδυσας, ὀστέοις δὲ καὶ νεύροις με ἐνεῖρας;» Καὶ πάλιν ὁ αὐτὸς Δαβίδ· «Μνήσθητι ὅτι χοῦς ἐσμεν· ἄνθρωπος ὡσεὶ χόρτος αἱ ἡμέραι αὐτοῦ· ὠσεὶ ἄνθος τοῦ ἀγροῦ, οὕτως ἐξανθήσει· ὅτι πνεῦμα διῆλθεν ἐν αὐτῷ καὶ οὐχ ὑπάρξει.»
Μετάφραση
Επομένως, ακόμη και αν ο Θεός παιδαγωγεί με σύμμετρη δοκιμασία, εντούτοις ο ίδιος αναδεικνύεται χορηγός καρτερίας και υπομονής σε αυτούς που πάσχουν· διότι αυτό δηλώνει η λέξη υπόσταση. Αν πάλι κάποιος πει ότι μέσω της λέξης υπόστασης δηλώνεται και η ύπαρξη και η κατασκευή της φύσεως ή και η προσδοκία, ούτε αυτό είναι λάθος· διότι από τον Θεό ήρθαμε στην ύπαρξη, και αυτόν έχουμε προσδοκία και ελπίδα. <Από όλες τις ανομίες μου λύτρωσέ με.> (B f. 142, I f. 105 b) Εσύ μου έχεις χαρίσει το να μπορώ να υπομένω, το να μην πω ούτε να κάνω τίποτα εξαιτίας ανθρώπινης αδυναμίας· και εσύ, αφού με παιδαγώγησες, με έκανες να τα υποστώ αυτά και να μπορώ να τα αντέξω. Η δε σύνταξη του προκείμενου ρητού είναι η εξής: Από όλες τις ανομίες μου λύτρωσέ με, διότι εσύ με εποίησες, δηλαδή με έπλασας, και ως δημιουργός γνωρίζεις την αδυναμία που ενυπάρχει στην ανθρώπινη φύση. Είναι δε γραμμένο και αλλού, ότι «Φθαρτό σώμα βαραίνει την ψυχή, και το γεώδες σκήνος πιέζει τον γεμάτο φροντίδες νου.» Θα βρούμε επίσης και τον πολυπαθή Ιώβ να χρησιμοποιεί τέτοια λόγια: «Θυμήσου, λέει, ότι από χώμα με έπλασας.» Και πάλι: «Ή μήπως δεν με άρμεξες σαν γάλα και δεν με έπηξες σαν τυρί, με δέρμα και σάρκα με έντυσες, και με οστά και νεύρα με έπλεξες;» Και πάλι ο ίδιος ο Δαβίδ: «Θυμήσου ότι είμαστε χώμα· του ανθρώπου οι ημέρες είναι σαν το χορτάρι· σαν το άνθος του αγρού, έτσι θα ανθίσει· διότι πνεύμα (άνεμος) πέρασε από μέσα του και δεν θα υπάρχει πια.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες