Τρόπον οὖν τινα, τὴν τῶν πατέρων ἀγνωμοσύνην ἐκληρονόμησα, καὶ ἐξ ἐκείνων τὸ ἁμαρτάνειν ἐπισύρομαι. (B f. 198 b, I f. 298.) Ἔθος τοῖς ἁγίοις ἐκμειλίσσεσθαι Θεὸν καὶ καλεῖν εἰς ἔλεον διὰ πλείστων μὲν ὅσων ἔσθ᾽ ὅτε φωνῶν, πλὴν καὶ διά γε τοῦ κατηγορεῖν ἐπείγεσθαι τῆς ἐνούσης ἀσθενείας τῇ ἀνθρώπου φύσει. Ἔστι γοῦν ἀκοῦσαι βοώντων· «Μνήσθητι ὅτι χοῦς ἐσμεν· ἄνθρωπος ὡσεὶ χόρτος αἱ ἡμέραι αὐτοῦ.» Καὶ πάλιν· «Μνήσθητι τίς μου ἡ ὑπόστασις.» Ἐναργέστερον δὲ τοῦτο τιθεὶς ὁ τληπαθέστατος Ἰὼβ, ἀνεφώνει πρὸς Θεόν· «Ἢ οὐχ ὥσπερ γάλα με ἤμελξας, ἐτύρασας δέ με ἴσα τυρῷ; Δέρμα καὶ κρέα με ἐνέδυσας, ὀστέοις δὲ καὶ νεύροις με ἐνείρας; ζωὴν δὲ καὶ ἔλεος ἔθου παρ᾽ ἐμοί.» Τοσοῦτον δή τοι καὶ νῦν διὰ τῶν προκειμένων στίχων ὑποδηλοῦσθαί φαμεν. Αὐτὴν γὰρ ἡμῶν τῆς γενέσεως τὴν ἀρχὴν οὐ δίχα ῥύπου φιλοσαρκίας γενέσθαι φησί. Τίμιος μὲν γὰρ ὁμολογουμένως ὁ γάμος καὶ πέρα διαβολῆς τὸ χρῆμα παρὰ Θεῷ. Πλὴν εἴ τις περιεργάσαιτο τῆς συνόδου τὴν πρόφασιν, ὄρεξιν εὑρήσει σαρκὸς ... αὐτὴν, κἂν μὴ ἐπα[μύνηται ὡς ἁ]μαρτία τὸ δρώμενον. Κολάζεται γοῦν ἡ σύνοδος, ἐὰν μὴ νόμον ἔχῃ τὸν βραβευτὴν, καὶ παιδοποιίας ἔφεσιν τὴν ἀληθῆ τοῦ πράγματος ἀφορμήν. Οὐκοῦν, τό γε ἧκον εἰς ὀρέξεις μόνας καὶ κίνημα σαρκικὸν, ἐν ἀνομίαις ἡμῶν ἡ σύλληψις, καὶ ἐν ἁμαρτίαις κισσῶσιν αἱ μητέρες.
Μετάφραση
Κατά κάποιον τρόπο, λοιπόν, κληρονόμησα την αγνωμοσύνη των πατέρων μου, και εξαιτίας τους παρασύρομαι στην αμαρτία. (B f. 198 b, I f. 298.) Είναι συνήθεια των αγίων να εξευμενίζουν τον Θεό και να τον παρακαλούν για έλεος, μερικές φορές με πάρα πολλούς λόγους, αλλά και σπεύδοντας να κατηγορήσουν την αδυναμία που ενυπάρχει στην ανθρώπινη φύση. Μπορεί, λοιπόν, κανείς να τους ακούσει να αναφωνούν: «Θυμήσου ότι είμαστε χώμα· οι ημέρες του ανθρώπου είναι σαν το χορτάρι». Και πάλι: «Θυμήσου ποια είναι η υπόστασή μου». Θέτοντας αυτό εναργέστερα, ο πολυπαθέστατος Ιώβ αναφωνούσε προς τον Θεό: «Δεν με άρμεξες σαν γάλα και με έπηξες σαν τυρί; Με δέρμα και σάρκα με έντυσες, και με οστά και νεύρα με συνέπλεξες; Ζωή και έλεος χάρισες σε εμένα». Αυτό ακριβώς λέμε ότι υποδηλώνεται και τώρα μέσα από τους προκείμενους στίχους. Διότι λέει ότι η ίδια η αρχή της γέννησής μας δεν έγινε χωρίς τον ρύπο της φιλοσαρκίας. Επειδή, ομολογουμένως, ο γάμος είναι τίμιος και το γεγονός είναι υπεράνω κατηγορίας ενώπιον του Θεού. Πλην όμως, αν κανείς εξετάσει προσεκτικά την αφορμή της συνεύρεσης, θα βρει ότι αυτή είναι όρεξη της σάρκας... έστω και αν αυτό που πράττεται δεν λογίζεται ως αμαρτία. Τιμωρείται, λοιπόν, η συνεύρεση, εάν δεν έχει ως κριτή τον νόμο, και ως αληθινή αφορμή του πράγματος την επιθυμία της τεκνοποιίας. Επομένως, όσον αφορά μόνο τις ορέξεις και τη σαρκική κίνηση, η σύλληψή μας γίνεται μέσα σε ανομίες, και μέσα σε αμαρτίες κυοφορούν οι μητέρες.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες