τὸ γὰρ ἐκ τοῦ σπέρματος ποιῆσαι τοιοῦτον καὶ διακρατῆσαι καὶ μὴ ἀφεῖναι κινδύνοις περιπεσεῖν ἱκανὸν τοῦ θεοῦ δεῖξαι τὴν ἰσχύν, τὴν δύναμιν, καὶ ἁμαρτόντα τηρῆσαι καὶ μὴ κολάσαι, καὶ δίκαιον ὄντα κολάσαι καὶ τιμωρήσασθαι. 10,14a 〈ἐάν τε γὰρ ἁμάρτω,〉 φησίν, 〈φυλάξεις με,〉 14b 〈ἀπὸ δὲ ἀνομίας οὐκ ἀθῷόν με ἐάσεις.〉 ἵνα γὰρ μὴ τὴν φυλακὴν νομίσῃς σωτηρίαν, «κατάδικον ὄντα», φησίν, «δύνασαι φυλάξαι.» 10,15a 〈ἐάν τε γὰρ ἀσεβήσω, οἴμμοι,〉 15b 〈ἐάν τε ὦ δίκαιος, οὐ δυνήσομαι ἀνακύψαι.〉 15c 〈πλήρης γάρ εἰμι ἀτιμίας.〉 «οὐκ ἀρκεῖ μοι πρὸς σωτηρίαν ἡ δικαιοσύνη», φησίν. 10,16a 〈ἀγρεύομαι δὲ ὥσπερ λέων εἰς σφαγήν,〉 16b 〈καὶ πάλιν μεταβαλὼν δεινῶς με ὀλέκεις〉 10,17a 〈ἐπανακαινίζων ἐπ᾽ ἐμὲ τὴν αἰτίαν μου.〉 17b 〈ὀργῇ δὲ μεγάλῃ μοι ἐχρήσω〉 17c 〈καὶ ἐπήγαγες ἐπ᾽ ἐμὲ πειρατήρια.〉 10,18a 〈ἵνα τί οὖν ἐκ κοιλίας με ἐξήγαγες καὶ οὐκ εὐθὺς ἀπέθανον,〉 18b 〈ὀφθαλμὸς δέ με οὐκ εἶδεν,〉 10,19a 〈καὶ ὥσπερ οὐκ ὢν ἐγενόμην;〉 19b 〈διὰ τί δὲ ἐκ γαστρὸς εἰς μνῆμα οὐκ ἀπῆλθον;〉 10,20a 〈ἢ οὐκ ὀλίγος ἐστὶν ὁ χρόνος τοῦ βίου μου;〉 20b 〈ἔασον δή με ἀναπαύσασθαι μικρὸν〉 10,21a 〈πρὸ τοῦ με πορευθῆναι εἰς γῆν, ὅθεν οὐκ ἀναστρέφω,〉 21b 〈εἰς γῆν σκοτεινὴν καὶ γνοφεράν,〉 10,22a 〈εἰς γῆν σκότους αἰωνίου, οὗ οὐκ ἔστι φέγγος〉 22b 〈οὐδὲ ὁρᾶν ζωὴν βροτῶν.〉 ἀγρεύομαι δὲ, φησίν, ὥσπερ λέων εἰς σφαγήν, τουτέστιν· «κατεχόμενος οὐκ οἶδα.»
Μετάφραση
Διότι το να δημιουργήσει κανέναν από το σπέρμα τέτοιον, να τον συντηρήσει και να μην τον αφήσει να περιπέσει σε κινδύνους, είναι ικανό να δείξει την ισχύ του Θεού, τη δύναμή Του, καθώς και το να διαφυλάξει εκείνον που αμάρτησε και να μην τον τιμωρήσει, αλλά και τον δίκαιο να τον κολάσει και να τον τιμωρήσει. 10,14a «Διότι εάν αμαρτήσω», λέει, «θα με φρουρήσεις», 14b «και δεν θα με αφήσεις ατιμώρητο από την ανομία». Διότι, για να μη θεωρήσεις αυτή τη φρούρηση ως σωτηρία, λέει: «μολονότι είμαι κατάδικος, μπορείς να με φρουρείς». 10,15a «Διότι εάν ασεβήσω, αλίμονό μου·» 15b «και εάν είμαι δίκαιος, δεν θα μπορέσω να σηκώσω το κεφάλι μου.» 15c «Διότι είμαι γεμάτος ατιμία». «Δεν μου αρκεί για σωτηρία η δικαιοσύνη», λέει. 10,16a «Κυνηγιέμαι σαν λιοντάρι για σφαγή», 16b «και αφού άλλαξες στάση, με εξολοθρεύεις φοβερά», 10,17a «ανανεώνοντας εναντίον μου την κατηγορία μου.» 17b «Με αντιμετώπισες με μεγάλη οργή» 17c «και έφερες πάνω μου δοκιμασίες». 10,18a «Γιατί, λοιπόν, με έβγαλες από την κοιλιά και δεν πέθανα αμέσως», 18b «και δεν με είδε μάτι», 10,19a «και δεν έγινα σαν να μην υπήρξα ποτέ;» 19b «Γιατί δεν πήγα από τη μήτρα στο μνήμα;» 10,20a «Ή δεν είναι λίγος ο χρόνος της ζωής μου;» 20b «Άφησέ με να αναπαυθώ λιγάκι», 10,21a «προτού να πορευθώ στη γη, από όπου δεν επιστρέφω», 21b «σε γη σκοτεινή και ζοφερή», 10,22a «σε γη αιώνιου σκότους, όπου δεν υπάρχει φως» 22b «ούτε μπορεί να δει κανείς τη ζωή των θνητών». «Κυνηγιέμαι δε», λέει, «σαν λιοντάρι για σφαγή», δηλαδή: «βρίσκομαι παγιδευμένος και δεν το γνωρίζω».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες