Καὶ ἐν τῷ Ἰὼβ δὲ γέγραπται· Αἱ χεῖρές σου ἐποίησάν με, καὶ ἔπλασάν με· μετὰ ταῦτα μεταβαλών με δεινῶς ὀλέκεις, ἐπανακαινίζων ἐπ᾽ ἐμὲ τὴν ἔτασίν μου. Οὐκοῦν αἱ χεῖρες τοῦ Θεοῦ καὶ ἐποίησαν καὶ ἔπλασαν. Καὶ Ὠριγένης μὲν καὶ ἕτεροί τινες τὸ, ἐποίησαν, ἐπὶ τῆς ψυχῆς εἰρῆσθαί φασιν, τὸ δὲ, ἔπλασαν, ἐπὶ τοῦ σώματος. Ἄλλοι δὲ τὸ μὲν, ἐποίησαν, ἐπὶ τῆς πρώτης δημιουργίας φασὶν εἰρῆσθαι, τὸ δὲ, ἔπλασαν, ἐπὶ τῆς τοῦ λουτροῦ παλιγγενεσίας καὶ ἀναπλάσεως.
Μετάφραση
Και στο βιβλίο του Ιώβ επίσης είναι γραμμένο: «Τα χέρια σου με εποίησαν και με έπλασαν· έπειτα, αλλάζοντας στάση, με εξολοθρεύεις δεινά, ανανεώνοντας εναντίον μου τη δοκιμασία μου». Επομένως, τα χέρια του Θεού και εποίησαν και έπλασαν. Και ο Ωριγένης βέβαια, καθώς και κάποιοι άλλοι, λένε ότι το «εποίησαν» έχει λεχθεί για την ψυχή, ενώ το «έπλασαν» για το σώμα. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι το μεν «εποίησαν» αναφέρεται στην πρώτη δημιουργία, ενώ το «έπλασαν» αναφέρεται στην παλιγγενεσία και την ανάπλαση μέσω του ιερού λουτρού.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες