τοῦτό ἐστι τὸ δικάσαι. 10,6a 〈ὅτι ἀνεζήτησας,〉 φησίν, 〈τὴν ἀνομίαν μου〉 6b 〈καὶ τὰς ἁμαρτίας μου ἐξιχνίασας.〉 ὁρᾷς, ὅτι οὐ διὰ τοῦτο βούλεται δικάσασθαι ὡς καθαρῶς πράττων, ἀλλ᾽ ὅτι «οὐδὲν ὠφελεῖ με», φησίν, «αὕτη ἡ θλῖψις, ἀλλὰ δέδοικα, μὴ βλάψῃ»; 10,6a 〈ὅτι ἀνεζήτησας,〉 φησίν, 〈τὴν ἀνομίαν μου〉 6b 〈καὶ τὰς ἁμαρτίας μου ἐξιχνίασας.〉 10,7a 〈οἶδα γάρ, ὅτι οὐκ ἠσέβησα·〉 7b 〈ἀλλὰ τίς ἐστιν ὁ ἐκ τῶν χειρῶν σου ἐξαιρούμενος;〉 «ἐγώ», φησίν, «οὐκ οἶδα, ἀλλὰ συμβαίνει ἠσεβηκέναι με καὶ ἀγνοεῖν.» ἀλλὰ τίς ἐστιν ὁ ἐκ τῶν χειρῶν σου ἐξαιρούμενος; τουτέστιν· «ὅταν σὺ κολάσῃς, οὐδεὶς δικαιωθῆναι δύναται.» μὴ γὰρ ὀφείλει τοῦτο εἰπεῖν. εἶτα λέγει, ὅτι «ἔργα χειρῶν σού ἐσμεν, εἰ καὶ ἁμαρτωλοί»· 10,8a 〈αἱ χεῖρές σου,〉 φησίν, 〈ἔπλασάν με καὶ ἐποίησάν με·〉 8b 〈μετὰ δὲ ταῦτα μεταβαλών με ἔπαισας.〉 10,9a 〈μνήσθητι, ὅτι πηλόν με ἔπλασας,〉 9b 〈εἰς δὲ γῆν με πάλιν ἀποστρέφεις.〉 «ὥστε διὰ τὸ εὐτελὲς τῆς φύσεως, καὶ ὅτι εὐτελής εἰμι κατὰ φύσιν καὶ ὅτι τέλος τοιοῦτον δέξεταί με, οὐκ ἤρκει μοι ἡ τιμωρία ἡ κατὰ ταῦτα;» 10,10a 〈οὐχ ὥσπερ γάλα με ἤμελξας,〉 10b 〈ἔπηξας δέ με ἴσα τυρῷ;〉 10,11a 〈δέρμα καὶ κρέας ἐνέδυσάς με,〉 11b 〈ὀστέοις δὲ καὶ νεύροις ἐνεῖράς με,〉 10,12a 〈ζωὴν δὲ καὶ ἔλεος ἔθου παρ᾽ ἐμοί.〉 τουτέστιν· «ὁ τοσαύτην φιλανθρωπίαν ἐπιδειξάμενος, τοσαύτην σοφίαν καὶ πρόνοιαν, περιορᾷς;»
Μετάφραση
Αυτό σημαίνει το να δικάζομαι. 10,6a 〈Διότι αναζήτησας,〉 λέγει, 〈την ανομία μου〉 6b 〈και εξιχνίασας τις αμαρτίες μου.〉 Βλέπεις ότι δεν επιθυμεί να δικαστεί επειδή τάχα πράττει με καθαρότητα, αλλά επειδή «σε τίποτα δεν με ωφελεί», λέγει, «αυτή η θλίψη, αλλά φοβάμαι μήπως με βλάψει»; 10,6a 〈Διότι αναζήτησας,〉 λέγει, 〈την ανομία μου〉 6b 〈και εξιχνίασας τις αμαρτίες μου.〉 10,7a 〈Διότι γνωρίζω ότι δεν ασέβησα·〉 7b 〈αλλά ποιος είναι εκείνος που διασώζεται από τα χέρια σου;〉 «Εγώ», λέγει, «δεν γνωρίζω, αλλά συμβαίνει να έχω ασεβήσει και να το αγνοώ.» Αλλά ποιος είναι εκείνος που διασώζεται από τα χέρια σου; Τουτέστιν: «Όταν εσύ τιμωρείς, κανείς δεν μπορεί να δικαιωθεί.» Διότι δεν οφείλει να το πει αυτό. Έπειτα λέγει ότι «είμαστε έργα των χειρών σου, έστω κι αν είμαστε αμαρτωλοί»· 10,8a 〈Τα χέρια σου,〉 λέγει, 〈με έπλασαν και με εποίησαν·〉 8b 〈και μετά από αυτά, αλλάζοντας στάση, με χτύπησας.〉 10,9a 〈Θυμήσου ότι με έπλασας από πηλό,〉 9b 〈και πάλι με επιστρέφεις στη γη.〉 «Ώστε, λόγω της ευτέλειας της φύσεώς μου, και επειδή είμαι εκ φύσεως ευτελής και επειδή τέτοιο τέλος θα με δεχθεί, δεν μου αρκούσε η τιμωρία που αναλογεί σε αυτά;» 10,10a 〈Δεν με άμελξας σαν γάλα,〉 10b 〈και με έπηξας όπως το τυρί;〉 10,11a 〈Με έντυσας με δέρμα και σάρκα,〉 11b 〈και με συνέδεσας με οστά και νεύρα,〉 10,12a 〈ζωή δε και έλεος έθεσες σε μένα.〉 Τουτέστιν: «Εσύ που επέδειξες τόση φιλανθρωπία, τόση σοφία και πρόνοια, τώρα παραβλέπεις;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες