Γνῶτε ὅτι Κύριος αὐτός ἐστιν ὁ Θεός· αὐτὸς ἐποίησεν ἡμᾶς, καὶ οὐχ ἡμεῖς, λαὸς αὐτοῦ καὶ πρόβατα νομῆς αὐτοῦ. Ὅταν γὰρ γνῶμεν ὅτι αὐτὸς Θεός ἐστιν, αὐτὸς ὁ Κύριος, τὸ τηνικάδε αὐτοῦ τοῦ γινώσκειν ἐνώπιον αὐτοῦ εἰσεληλυθότες, καὶ ποιητὴν ἑαυτῶν ὁμολογήσομεν αὐτόν. Ὅτι δὲ οὐχ ἡμεῖς ἑαυτοὺς ποιοῦμεν, κἂν αἴτιοι δοκῶμεν τυγχάνειν τῆς τῶν παίδων γενέσεως, δῆλον ἐντεῦθεν· ἐκ πατρὸς γὰρ καὶ μητρὸς γενόμενοι Ἰὼβ καὶ Δαυῒδ, φασὶν ἑκάτεροι, Αἱ χεῖρές σου ἐποίησάν με καὶ ἔπλασάν με· καὶ πρὸς Ἱερεμίαν αὐτὸς ὁ Θεὸς, Πρὸ τοῦ με πλάσαι σε ἐν κοιλίᾳ, ἐπίσταμαί σε. Τῇ γοῦν ἐσφαλμένως λεγούσῃ τῷ ἀνδρὶ, Ἢ δός μοι τέκνα, εἰ δὲ μὴ, ἀπόκτεινόν με, σοφὸς ὢν ὁ ἀνὴρ, δογματικῶς ἐπιτιμᾷ, Μὴ ἀντὶ Θεοῦ σοι εἰμὶ ἐγὼ, ὃς ἐστέρησέ σε καρπὸν κοιλίας; Εἰ γὰρ καὶ δοκοῦσιν οἱ πατέρες ποιεῖν τὰ τέκνα, ἀλλ᾽ οὖν ὁ Θεὸς ταῦτα ποιεῖ· καὶ ὁ μὲν αἴτιος, οἱ δὲ συναίτιοι, ὡς τῷ ἐξ ἀρχῆς αὐτοῦ διακονοῦντες προστάγματι. Διὰ τοῦτο πολλοὶ, καίτοι ἐπιθυμοῦντες παιδοποιεῖν, οὐ δύνανται. Ὁ δὲ Σύμμαχός φησιν, Αὐτὸς ἐποίησεν ἡμᾶς οὐκ ὄντας· ἡμεῖς δὲ λαὸς νομῆς αὐτοῦ καὶ πρόβατα χειρὸς αὐτοῦ Διὰ τούτων οὐ μόνον τὴν δεσποτείαν, ἀλλὰ καὶ τὴν κηδεμονίαν ἐγνώρισεν· οὐ μόνον γὰρ ἡμῶν δεσπότης ἐστὶν, ἀλλὰ καὶ ποιμὴν, τὴν ἀγαθὴν ἡμῶν προσφέρων νομήν.
Μετάφραση
Γνωρίστε ότι ο Κύριος, αυτός είναι ο Θεός· αυτός μας έπλασε, και όχι εμείς τους εαυτούς μας, είμαστε λαός του και πρόβατα της βοσκής του. Διότι, όταν γνωρίσουμε ότι αυτός είναι ο Θεός, αυτός είναι ο Κύριος, τότε ακριβώς, έχοντας εισέλθει ενώπιόν του μέσω αυτής της γνώσεως, θα τον ομολογήσουμε και ως δημιουργό μας. Και το ότι δεν δημιουργούμε εμείς τους εαυτούς μας, έστω κι αν φαινόμαστε να είμαστε οι αίτιοι της γεννήσεως των παιδιών, είναι φανερό από το εξής: διότι και ο Ιώβ και ο Δαβίδ, αν και γεννήθηκαν από πατέρα και μητέρα, ο καθένας τους λέει: «Τα χέρια σου με έκαναν και με έπλασαν»· και προς τον Ιερεμία ο ίδιος ο Θεός λέει: «Πριν σε πλάσω στην κοιλιά, σε γνώριζα». Έτσι λοιπόν, σε εκείνη που έλεγε εσφαλμένα στον σύζυγό της, «Ή δώσε μου παιδιά, αλλιώς σκότωσέ με», ο σύζυγος, όντας σοφός, της επιτιμά δογματικά: «Μήπως βρίσκομαι εγώ στη θέση του Θεού, ο οποίος σου στέρησε τον καρπό της κοιλίας;». Διότι, ακόμα κι αν φαίνεται ότι οι πατέρες δημιουργούν τα τέκνα, στην πραγματικότητα ο Θεός τα δημιουργεί· και Εκείνος μεν είναι ο αίτιος, ενώ εκείνοι είναι συναίτιοι, καθώς διακονούν το αρχικό του πρόσταγμα. Γι' αυτόν τον λόγο πολλοί, αν και επιθυμούν να τεκνοποιήσουν, δεν μπορούν. Ο δε Σύμμαχος λέει: «Αυτός μας δημιούργησε, ενώ δεν υπήρχαμε· και εμείς είμαστε λαός της βοσκής του και πρόβατα των χειρών του». Με αυτά τα λόγια δεν κατέστησε γνωστή μόνο την κυριαρχία του (δεσποτεία), αλλά και τη φροντίδα (κηδεμονία) του· διότι δεν είναι μόνο Δεσπότης μας, αλλά και ποιμένας, ο οποίος μας προσφέρει την αγαθή βοσκή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες