εἶτα πάλιν τὴν συμφορὰν διηγεῖται τὴν ἑαυτοῦ, ὡς μεγάλη καὶ παράδοξος, καὶ τὸ ὀλιγοχρόνιον τοῦ βίου καὶ τὸ μετὰ ταῦτα μὴ εἶναι ἐλπίδα· ταύτῃ γὰρ γίνεται μεγάλη. 11,1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ ΔΕ ΣΩΦΑΡ Ο ΜΙΝΑΙΟΣ ΛΕΓΕΙ· 11,2a 〈ὁ τὰ πολλὰ λέγων καὶ ἀντακούσεται;〉 ἰδοὺ καὶ οὗτος φλυαρίαν αὐτοῦ κατηγορεῖ. ἐκεῖνος μὲν γάρ φησιν· πνεῦμα πολυρῆμον τοῦ στόματός σου, οὗτος δέ· ὁ τὰ πολλὰ λέγων καὶ ἀντακούσεται; 11,2b 〈καὶ ὁ εὔλαλος οἴεται δίκαιος εἶναι;〉 «μὴ γάρ, ἐπειδὴ φθέγξασθαι δύνασαι», φησίν, «ἤδη καὶ δίκαιος εἶ;» εἶτα τὴν φύσιν φησίν· 11,2c 〈εὐλογημένος γεννητὸς γυναικὸς ὀλιγόβιος.〉 «ὅτι υἱὸς εἶ γυναικός», φησίν, «πῶς οὖν δίκαιος εἶ;» 11,3a 〈μὴ πολὺς ἐν ῥήμασι γίνου.〉 «μὴ πολλὰ φθέγγου», φησίν. 11,3b 〈ἢ οὐκ ἔστιν ὁ ἀνταποκρινόμενός σοι;〉 ἢ τοῦτό φησιν· «μὴ γὰρ οὐκ ἔστιν ὁ ἀνταποκρινόμενός σοι;», τουτέστιν· «ἡμεῖς», ἢ «οὐκ ἔστιν ὁ εἰδὼς τὰ σὰ κακὰ εἰ μὴ ὁ θεός, ὃς εἰ ἠθέλησέ σε ἐλέγξαι, ἤδη ἂν ἀπώλου». ὅρα, πῶς οὐδαμοῦ τοῦ Ἰὼβ λέγοντος, ὅτι ἀδίκως πάσχει καὶ οὐκ ἔχει ἁμαρτήματα, τοῦτο ἐπιφέρουσιν αὐτῷ. 11,4a 〈μὴ γὰρ λέγε, ὅτι καθαρός εἰμι τοῖς ἔργοις〉 4b 〈καὶ ἄμεμπτος ἐναντίον αὐτοῦ.〉 πῶς; καὶ μὴν αὐτὸς εἶπεν· «ἐπ᾽ ἀληθείας οἶδα, ὅτι οὐκ ἔστι βροτὸς καθαρὸς ἐναντίον κυρίου».
Μετάφραση
Έπειτα διηγείται πάλι τη δική του συμφορά, πόσο μεγάλη και παράδοξη είναι, καθώς και το ολιγόχρονο του βίου και το ότι μετά από αυτό δεν υπάρχει καμία ελπίδα· διότι εξαιτίας αυτού καθίσταται μεγάλη. 11,1 ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΔΕ ΤΟΝ ΛΟΓΟ Ο ΣΩΦΑΡ Ο ΜΙΝΑΙΟΣ ΛΕΓΕΙ: 11,2α 〈Εκείνος που λέγει πολλά, δεν θα ακούσει και την απάντηση;〉 Ιδού, και αυτός τον κατηγορεί για φλυαρία. Διότι εκείνος μεν λέγει: «πνεύμα πολυλογίας βγαίνει από το στόμα σου», αυτός δε: «εκείνος που λέγει πολλά, δεν θα ακούσει και την απάντηση;» 11,2β 〈Και ο εύγλωττος νομίζει ότι είναι δίκαιος;〉 «Μήπως», λέγει, «επειδή μπορείς να μιλάς, είσαι κιόλας δίκαιος;» Έπειτα αναφέρεται στη φύση λέγοντας: 11,2γ 〈Ευλογημένος ο γεννημένος από γυναίκα ολιγόβιος.〉 «Εφόσον είσαι γιος γυναίκας», λέγει, «πώς λοιπόν είσαι δίκαιος;» 11,3α 〈Μη χρησιμοποιείς πολλά λόγια.〉 «Μην πολυμιλείς», λέγει. 11,3β 〈Ή μήπως δεν υπάρχει κάποιος να σου απαντήσει;〉 Ή λέγει το εξής: «Μήπως τάχα δεν υπάρχει κάποιος να σου απαντήσει;», δηλαδή «εμείς», ή «δεν υπάρχει άλλος που να γνωρίζει τα κακά σου παρά μόνον ο Θεός, ο οποίος, εάν ήθελε να σε ελέγξει, θα είχες ήδη χαθεί». Δες πώς, ενώ πουθενά δεν λέγει ο Ιώβ ότι πάσχει αδίκως και ότι δεν έχει αμαρτήματα, αυτοί του προσάπτουν κάτι τέτοιο. 11,4α 〈Μη λέγεις, λοιπόν, ότι είμαι καθαρός στα έργα〉 4β 〈και άμεμπτος ενώπιόν Του.〉 Πώς; Και όμως ο ίδιος έχει πει: «Γνωρίζω αληθινά ότι δεν υπάρχει θνητός καθαρός ενώπιον του Κυρίου».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες