ὁρᾷς, πῶς ἐναντία ἐγκαλοῦσιν; 11,5a 〈ἀλλὰ πῶς ἂν ὁ κύριος λαλήσαι πρὸς σέ;〉 5b 〈καὶ ἀνοίξει χείλη αὐτοῦ μετὰ σοῦ·〉 11,6a 〈εἶτα ἀναγγελεῖ σοι δύναμιν σοφίας,〉 6b 〈ὅτι διπλοῦς ἔσται τῷ κατὰ σέ.〉 〈6c 〈καὶ τότε γνώσῃ, ὅτι ἄξιά σοι ἀπέβη παρὰ κυρίου ὧν ἥμαρτες.〉〉 «ἀλλ᾽ εἰ ἦν δυνατόν», φησίν, «τὸν θεὸν ἀποκρίνασθαί σοι, ὅτι διπλοῦς ἐστι τῷ κατὰ σέ, τότε ἂν ἔγνως, ὅτι δικαίως πάσχεις.» τὸ μὲν ἡμάρτηται, τὸ δὲ ὀρθῶς εἴρηται. τὸ μὲν γὰρ εἰπεῖν, ὅτι «εἰ ἦν δυνατὸν τὸν θεὸν ἀποκρίνασθαί σοι—καὶ γὰρ πολύ σου βελτίων ἐστι καὶ σοφός—, ἔδειξεν ἄν σοι, ὅτι καλῶς ταῦτα πάσχεις», καλῶς εἴρηται, τὸ δὲ καὶ τότε γνώσῃ, ὅτι ἄξιά σοι ἀπέβη παρὰ κυρίου ὧν ἥμαρτες, οὐκέτι καλῶς. ἐπειδὴ γὰρ εἶπεν· εἴθε ἦν ὁ διελέγχων καὶ ὁ διακρίνων ἀνὰ μέσον ἀμφοτέρων, αὐτὸς τὸ ἐναντίον φησίν, ὅτι «εἰ ἦν, ἔδειξεν ἄν». ἀλλ᾽ ὁ Ἰὼβ οὐ τοῦτο εἶπεν, ὅτι «οὐκ ἀξίως πάσχω», ἀλλ᾽ ὅτι «ἀποκακῶ τῷ μέλλοντι» καὶ ὅτι «εὐτελής μου ἡ φύσις» καὶ ὅτι «ἔργον εἰμὶ τῶν χειρῶν αὐτοῦ». αὐτὸς δὲ ὡς εἰρηκότος, ὅτι «ἀδίκως πάσχω», οὕτω φησίν· ἀλλ᾽ οὐχ οὕτως εἶπεν, ἀλλ᾽ ὅτι «φοβοῦμαι, μὴ ἁμάρτω». εἶτά φησιν· 11,7a 〈μὴ ἴχνος κυρίου εὑρήσεις〉 7b 〈ἢ εἰς τὰ ἔσχατα ἀφίκου ὧν ἐποίησεν ὁ παντοκράτωρ;〉 τουτέστιν· «μὴ δύνασαι εἰδέναι αὐτοῦ τὴν σοφίαν καὶ τὴν ὁδόν;»
Μετάφραση
Βλέπεις πώς προσάπτουν αντίθετες κατηγορίες; 11,5a 〈Αλλά πώς θα μπορούσε ο Κύριος να μιλήσει σε εσένα;〉 5b 〈Και να ανοίξει τα χείλη του απέναντί σου;〉 11,6a 〈Έπειτα θα σου αναγγείλει τη δύναμη της σοφίας,〉 6b 〈ότι θα είναι διπλή σε σχέση με εσένα.〉 〈6c 〈Και τότε θα γνωρίσεις ότι σου συνέβησαν από τον Κύριο πράγματα άξια των αμαρτιών σου.〉〉 «Αλλά αν ήταν δυνατόν», λέει, «να σου απαντήσει ο Θεός, ότι είναι διπλάσιος σε σχέση με εσένα, τότε θα καταλάβαινες ότι δίκαια υποφέρεις.» Το ένα είναι εσφαλμένο, ενώ το άλλο έχει λεχθεί ορθά. Διότι το να πει ότι «αν ήταν δυνατόν ο Θεός να σου απαντήσει —επειδή βέβαια είναι πολύ ανώτερός σου και σοφός— θα σου έδειχνε ότι καλώς τα υποφέρεις αυτά», έχει λεχθεί ορθά, το «και τότε θα γνωρίσεις ότι σου συνέβησαν από τον Κύριο πράγματα άξια των αμαρτιών σου», όμως, δεν είναι πλέον ορθό. Επειδή, δηλαδή, εκείνος είπε: «Μακάρι να υπήρχε αυτός που θα ελέγξει και θα κρίνει ανάμεσα στους δυο μας», αυτός λέει το αντίθετο, ότι «αν υπήρχε, θα το έδειχνε». Αλλά ο Ιώβ δεν είπε αυτό, ότι δηλαδή «δεν υποφέρω δίκαια», αλλά ότι «αποθαρρύνομαι μπροστά στο μέλλον» και ότι «η φύση μου είναι ευτελής» και ότι «είμαι έργο των χεριών του». Αυτός όμως μιλάει έτσι σαν να είχε πει ο Ιώβ ότι «υποφέρω άδικα»· ενώ δεν είπε έτσι, παρά ότι «φοβάμαι μήπως αμαρτήσω». Έπειτα λέει: 11,7a 〈Μήπως θα ανακαλύψεις το ίχνος του Κυρίου〉 7b 〈ή μήπως έφτασες ως τα πέρατα των όσων εποίησε ο Παντοκράτωρ;〉 τουτέστιν: «Μήπως μπορείς να γνωρίσεις τη σοφία του και την οδό του;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες