παρατήρει, πῶς πανταχοῦ ἐν ἀρχῇ τῶν λόγων, ἐπειδὴ μέλλει μετὰ ταῦτα φορτικὰ φθέγγεσθαι, ἵνα μὴ αὐτοῦ καταψηφίσῃ, πῶς πανταχοῦ πρῶτον ἀφοσιοῦται πρὸς τὸν θεὸν καὶ λέγει, ὅτι μέγας ἐστὶ καὶ θαυμαστὸς καὶ οὐδὲν ἀδίκως ποιεῖ. 12,2a 〈μὴ ὑμεῖς ἐστε,〉 φησίν, 〈ἄνθρωποι μόνοι,〉 2b 〈ἢ μεθ᾽ ὑμῶν τελευτήσει σοφία;〉 12,3 〈καὶ ἐμοὶ μὲν καθ᾽ ὑμᾶς καρδία ἐστίν·〉 12,4 〈δίκαιος δὲ ἀνὴρ καὶ ἄμεμπτος ἐγένετο εἰς χλευασμόν.〉 12,5a 〈εἰς χρόνον γὰρ τακτὸν ἡτοίμασταί μοι πεσεῖν ὑπὸ ἄλλων〉 5b 〈οἴκους τέ μου ἐκπορθεῖσθαι ὑπὸ ἀνόμων.〉 «μὴ γάρ, ἐπειδὴ συμφορᾷ περιέπεσον», φησίν, «καὶ τὸ φρονεῖν ἀπώλεσα;» δίκαιον ἑαυτὸν ἐνταῦθα λέγει οὐχὶ τὴν τελείαν ἀρετὴν ἑαυτῷ μαρτυρῶν, ἀλλὰ τὸ μηδένα ἠδικηκέναι, τὸ μηδένα τῶν ἄλλων ἔχειν ἐγκαλεῖν αὐτῷ. οἴκους τέ μου ἐκπορθεῖσθαι ὑπὸ ἀνόμων. «οὕτως ἔδει γενέσθαι, τοῦτο ἄνωθεν τετύπωτο. πλήν», φησίν, «μὴ νομίζετε μέχρις ἐμοῦ ταῦτα στήσεσθαι. εἰ γὰρ ἐγὼ μηδὲν ἠδικηκὼς τοιαῦτα πάσχω, πολλῷ μᾶλλον ὁ πονηρός.» 12,6a 〈οὐ μὴν δὲ,〉 φησίν, 〈ἀλλὰ μηδεὶς πεποιθέτω πονηρὸς ὢν ἀθῷος ἔσεσθαι.〉 6b 〈ὅσοι παροργίζουσι τὸν κύριον,〉 6c 〈πῶς οὐχὶ καὶ ἔτασις αὐτῶν ἔσται;〉 «δῆλον τοῦτο», φησίν, «καὶ ὡμολογημένον καὶ ἅπασι σαφές, ὅτι τὸν πονηρὸν παρὰ τῷ θεῷ πάντως ἐξετασθῆναι δεῖ.
Μετάφραση
Παρατήρησε πώς παντού στην αρχή των λόγων του, επειδή πρόκειται στη συνέχεια να εκφράσει βαριά λόγια, για να μην τον κατακρίνεις, πώς παντού πρώτα αποδίδει τον οφειλόμενο σεβασμό προς τον Θεό και λέει ότι είναι μέγας και θαυμαστός και ουδέν πράττει αδίκως. 12,2a «Μήπως εσείς», λέει, «είστε οι μόνοι άνθρωποι;» 2b «Ή μήπως μαζί σας θα πεθάνει η σοφία;» 12,3 «Και εγώ έχω καρδιά όπως εσείς·» 12,4 «ένας δίκαιος όμως και άμεμπτος άνδρας έγινε αντικείμενο χλευασμού.» 12,5a «Διότι σε καθορισμένο χρόνο έχει ετοιμαστεί για εμένα να πέσω εξαιτίας άλλων» 5b «και οι οίκοι μου να λεηλατηθούν από ανόμους.» «Μήπως», λέει, «επειδή περιέπεσα σε συμφορά, έχασα και τη λογική μου;» Αποκαλεί εδώ τον εαυτό του δίκαιο, όχι διότι μαρτυρεί για τον εαυτό του την τέλεια αρετή, αλλά με την έννοια ότι δεν έχει αδικήσει κανέναν, ότι κανείς από τους άλλους δεν έχει λόγο να τον κατηγορήσει. «Και οι οίκοι μου να λεηλατηθούν από ανόμους.» «Έτσι έπρεπε να γίνει, αυτό είχε οριστεί άνωθεν. Όμως», λέει, «μη νομίζετε ότι αυτά θα σταματήσουν σε εμένα. Διότι, εάν εγώ, χωρίς να έχω αδικήσει κανέναν, πάσχω τέτοια δεινά, πολύ περισσότερο θα τα υποστεί ο πονηρός.» 12,6a «Όμως», λέει, «κανείς, όντας πονηρός, ας μην έχει την πεποίθηση ότι θα μείνει ατιμώρητος.» 6b «Όσοι παροργίζουν τον Κύριο,» 6c «πώς είναι δυνατόν να μην υποστούν και αυτοί κρίση;» «Είναι ολοφάνερο αυτό», λέει, «και ομολογημένο και σαφές σε όλους, ότι ο πονηρός πρέπει οπωσδήποτε να κριθεί από τον Θεό.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες