ἢ πάλιν ἄλλως· «ἰδοὺ λέγω καὶ ταῦτα· οὐ δύνασθε γενέσθαι κριταὶ τοῖς ἐμοῖς ῥήμασιν ὑμεῖς οἱ ταῦτα λαλοῦντες. κἂν γάρ», φησίν, «πλείονα τούτων εἴπητε καὶ πάντα ποιήσητε ὥστε ὑπὲρ τοῦ μέρους αὐτοῦ εἰπεῖν, οὐδὲν ἧττον ἐλέγξει ὑμᾶς καὶ ἀπαιτήσει λόγον καὶ εὐθύνας.» 13,10b 〈εἰ δὲ καὶ κρυφῇ πρόσωπα θαυμάζετε,〉 13,11a 〈πότερον οὐχὶ δεινὰ αὐτοῦ στροβήσει ὑμᾶς;〉 11b 〈φόβος δὲ κυρίου ἐπιπεσεῖται ὑμῖν,〉 13,12a 〈καὶ ἀποβήσεται ὑμῶν τὸ γαυρίαμα ἴσα σποδῷ,〉 12b 〈τὸ δὲ σῶμα πήλινον.〉 13,13 〈κωφεύσατε,〉 φησίν, 〈ἵνα λαλήσω,〉—τουτέστιν· «σιωπήσατε»—〈καὶ ἀναπαύσομαι,〉 φησίν, 〈θυμοῦ μου.〉 ὁρᾷς, ὅτι οὐχὶ δικαιοῦντος ἁπλῶς ἑαυτὸν ἦν τὰ ῥήματα, ἀλλὰ παραμυθία τις τῆς ὀδύνης; 13,13 〈καὶ ἀναπαύσομαι,〉 φησίν, 〈θυμοῦ μου〉 13,14a 〈ἀναλαβὼν τὰς σάρκας μου τοῖς ὀδοῦσί μου.〉 «ὥσπερ», φησίν, «οἱ κατεσθίοντες ἑαυτοὺς παραμυθίαν ἔχουσί τινα, ὥσπερ οἱ τὰς σάρκας τὰς ἑαυτῶν καταδάκνοντες ἐν ταῖς ὀδύναις ἔχουσί τινα παραμυθίαν, οὕτω καὶ ἐγὼ ταῦτα φθεγγόμενος.» 13,14b 〈ψυχὴν δέ μου,〉 φησίν, 〈θήσομαι ἐν χερσί μου,〉 13, 15a 〈ἐάν με χειρώσηται ὁ δυνάστης, ἐπεὶ καὶ ἦρκται.〉 ἆρα οὐκ ἐκείνους ἐλεοῦμεν μᾶλλον ἢ εὐθύνας ἀπαιτοῦμεν; ἢ ἀνθρωποβόρους εἶναί φαμεν; οὐδαμῶς, ἀλλὰ δακρύομεν καὶ θρηνοῦμεν. τοῦτο παρὰ πάντα τήρει τὸν λόγον. ψυχὴν δέ μου, φησίν, θήσομαι ἐν χερσί μου, τουτέστιν· «ἀνελῶ ἐμαυτόν.
Μετάφραση
Ή πάλι διαφορετικά: «Ιδού, λέω και τούτα: δεν μπορείτε να γίνετε κριτές των δικών μου λόγων εσείς που τα λέτε αυτά. Διότι, ακόμη κι αν», λέει, «πείτε περισσότερα από τούτα και τα κάνετε όλα ώστε να μιλήσετε υπέρ του, εξίσου θα σας ελέγξει και θα απαιτήσει λόγο και ευθύνες.» 13,10b 〈Εάν δε και στα κρυφά δείχνετε προσωποληψία,〉 13,11a 〈μήπως τα δεινά του δεν θα σας συνταράξουν;〉 11b 〈και φόβος Κυρίου θα επιπέσει πάνω σας,〉 13,12a 〈και η αλαζονεία σας θα καταντήσει ίση με τη στάχτη,〉 12b 〈το δε σώμα πήλινο.〉 13,13 〈Κωφεύσατε,〉 λέει, 〈για να μιλήσω,〉 —τουτέστιν: «σιωπήστε»— 〈και θα αναπαυθώ,〉 λέει, 〈από τον θυμό μου.〉 Βλέπεις ότι τα λόγια αυτά δεν ανήκουν απλώς σε κάποιον που δικαιώνει τον εαυτό του, αλλά αποτελούν κάποια παρηγοριά της οδύνης; 13,13 〈Και θα αναπαυθώ,〉 λέει, 〈από τον θυμό μου〉 13,14a 〈παίρνοντας τις σάρκες μου στα δόντια μου.〉 «Όπως ακριβώς», λέει, «εκείνοι που κατασπαράζουν τον εαυτό τους βρίσκουν κάποια παρηγοριά, όπως εκείνοι που καταδαγκώνουν τις σάρκες τους μέσα στους πόνους έχουν κάποια παρηγοριά, έτσι κι εγώ εκστομίζοντας αυτά.» 13,14b 〈Την δε ψυχή μου,〉 λέει, 〈θα τη θέσω στα χέρια μου,〉 13, 15a 〈εάν με υποτάξει ο δυνάστης, εφόσον άλλωστε έχει ήδη αρχίσει.〉 Άραγε, δεν ελεούμε εκείνους περισσότερο, παρά απαιτούμε ευθύνες; Ή μήπως τους αποκαλούμε ανθρωποφάγους; Σε καμία περίπτωση, αλλά αντίθετα δακρύζουμε και θρηνούμε. Αυτό να το τηρείς σε όλο τον λόγο. Την δε ψυχή μου, λέει, θα τη θέσω στα χέρια μου, τουτέστιν: «θα αναιρέσω τον εαυτό μου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες