Περὶ δὲ τοῦ 〈ἐὰν καταβῇ ἄνθρωπος εἰς ᾅδην, οὐκ ἔτι [οὐ] μὴ ἀναβῇ,〉 βλέπε τὴν ἀκολουθίαν. γέγραπται γάρ· οὐκ ἔτι [οὐ] μὴ ἀναβῇ, οὐδ᾽ οὐ μὴ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸν ἴδιον οἶκον. τοῦ κόσμου δὲ ὅλου παρερχομένου καὶ πάσης οἰκίας διαφθειρομένης, πῶς εἰς τὸν ἴδιον οἶκον ἐπανελεύσεται καινῆς λοιπὸν ἄλλης γινομένης γῆς; ἐχρῆν δὲ αὐτοὺς ἀκοῦσαι τοῦ Ἰὼβ λέγοντος· 〈ἔστι γὰρ δένδρῳ ἐλπίς. ἐὰν γὰρ ἐκκοπῇ, πάλιν ἐπανθήσει, καὶ ὁ ῥάδαμνος αὐτοῦ οὐ μὴ ἐκλείπῃ. ἐὰν γὰρ γηράσῃ ἐν γῇ ἡ ῥίζα αὐτοῦ, ἐν δὲ πέτρᾳ τελευτήσῃ τὸ στέλεχος αὐτοῦ, ἀπὸ ὀσμῆς ὕδατος ἀνθήσει, ποιήσει δὲ θερισμὸν ὥσπερ νεόφυτον. ἀνὴρ δὲ τελευτήσας ᾤχετο; πεσὼν δὲ βροτὸς οὐκ ἔτι ἔστιν;〉 μόνον γὰρ οὐχὶ δυσωπῶν καὶ ἐπιτιμῶν (οὕτω γὰρ ἀναγνωστέον ἐρωτηματικῶς τὸ οὐκ ἔτι ἔστιν), ἆρα γάρ, φησί, ξύλου πίπτοντος καὶ ἐγειρομένου ἄνθρωπος αὐτός, δι᾽ ὃν τὰ ξύλα γέγονεν, οὐκ ἐγείρεται;
Μετάφραση
Όσον αφορά δε το ρητό «εάν κατέβει άνθρωπος στον άδη, δεν πρόκειται πλέον να ανέβει», πρόσεξε τη συνέχεια. Διότι είναι γεγραμμένο: «δεν πρόκειται πλέον να ανέβει, ούτε πρόκειται να επιστρέψει στο δικό του σπίτι». Εφόσον δε όλος ο κόσμος θα παρέλθει και κάθε οικία θα καταστραφεί, πώς θα επιστρέψει στο δικό του σπίτι, όταν πλέον θα έχει δημιουργηθεί άλλη, καινούργια γη; Έπρεπε όμως αυτοί να ακούσουν τον Ιώβ που λέει: «Διότι για το δέντρο υπάρχει ελπίδα. Εάν κοπεί, θα ξανανθίσει, και ο βλαστός του δεν θα εκλείψει. Εάν η ρίζα του γεράσει μέσα στη γη, και ο κορμός του πεθάνει πάνω στην πέτρα, από τη μυρωδιά και μόνο του νερού θα ανθίσει, και θα βγάλει βλαστούς σαν νεόφυτο. Ο άνθρωπος όμως, όταν πεθάνει, χάθηκε; Και ο θνητός, όταν πέσει νεκρός, δεν υπάρχει πλέον;» Διότι, σχεδόν ελέγχοντας και επιτιμώντας (καθώς έτσι ερωτηματικά πρέπει να αναγνωστεί το «δεν υπάρχει πλέον»), λέει: άραγε, αφού το δέντρο όταν πέφτει ξανασηκώνεται, ο ίδιος ο άνθρωπος, για χάρη του οποίου δημιουργήθηκαν τα δέντρα, δεν ανασταίνεται;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες