εἶτά φησιν· 14,18a 〈καὶ πλὴν ὄρος πῖπτον πεσεῖται,〉 18b 〈καὶ πέτρα παλαιωθήσεται ἐκ τοῦ τόπου αὐτῆς.〉 14,19a 〈λίθους ἐλέαναν ὕδατα〉 19b 〈καὶ κατέκλυσαν ὕδατα ὕπτια τοῦ χώματος τῆς γῆς,〉 19c 〈καὶ ὑπομονὴν ἀνθρώπου ἀπώλεσας.〉 14, 20a 〈ὤσας αὐτὸν εἰς τέλος καὶ ᾤχετο,〉 20b 〈καὶ ἐπέστησας αὐτῷ τὸ πρόσωπόν σου καὶ ἐξαπεστάλη.〉 14,21a 〈πολλῶν δὲ γενομένων τῶν υἱῶν αὐτοῦ οὐκ οἶδεν,〉 21b 〈ἐάν τε ὀλίγοι γένωνται, οὐκ ἐπίσταται.〉 14,22a 〈ἀλλ᾽ ἢ αἱ σάρκες αὐτοῦ ἤλγησαν,〉 22b 〈ἡ δὲ ψυχὴ αὐτοῦ ἐπ᾽ αὐτῷ ἐπένθησεν.〉 «κολάζεται», φησίν, «ἄνθρωπος, ὅτι καὶ πολλοὺς ἔχων υἱοὺς οὐκ οἶδεν. μετὰ γὰρ τὸ ἀποθανεῖν αὐτὸν πολλάκις καὶ τῆς εὐπραγίας, ἧς ζῶν ἀπήλαυσεν ἄν, ἀποστερεῖται. τί γὰρ ὄφελος παῖδας καταλιπεῖν, ὅταν αὐτὸς ἀπέλθῃ;» ὁρᾷς; πανταχοῦ τὸ ὀλιγοχρόνιον αἰτιᾶται καὶ τὸ μηκέτι ἔχειν ἀναστρέψαι μηδὲ ἐπανελθεῖν ἐνταῦθα. «θῶμεν», γάρ φησιν, «ὅτι καταλιμπάνει υἱούς, ἀλλ᾽ οὐκ αἰσθάνεται τῶν ἀγαθῶν. ἄν τε ὀλίγοι γένωνται ἄν τε πολλοὶ οἱ παῖδες, οὐκ οἶδεν. τί τοίνυν ἀθλιώτερον; ὅταν εὖ πράττων ἀγνοῇ; ὅταν μόνος ἀπέρχηται εἰδὼς τὰ οἰκεῖα κακά;
Μετάφραση
Έπειτα λέγει: 14,18a 〈και όμως το βουνό που πέφτει θα καταρρεύσει,〉 18b 〈και ο βράχος θα φθαρεί από τον τόπο του.〉 14,19a 〈τις πέτρες τις λείαιναν τα ύδατα〉 19b 〈και τα υπερχειλίζοντα ύδατα κατέκλυσαν το χώμα της γης,〉 19c 〈έτσι και την υπομονή του ανθρώπου την κατέστρεψας.〉 14,20a 〈Τον απώθησες έως το τέλος, και χάθηκε,〉 20b 〈και έστησες εναντίον του το πρόσωπό σου, και αποπέμφθηκε.〉 14,21a 〈Και αν γίνουν πολλοί οι υιοί του, δεν το γνωρίζει,〉 21b 〈και αν γίνουν λίγοι, δεν το καταλαβαίνει.〉 14,22a 〈Παρά μόνο οι σάρκες του πόνεσαν,〉 22b 〈και η ψυχή του πένθησε για τον εαυτό του.〉 «Τιμωρείται», λέγει, «ο άνθρωπος, διότι και πολλούς υιούς να έχει, δεν το γνωρίζει. Διότι, μετά τον θάνατό του, πολλές φορές στερείται και την ευημερία την οποία θα απολάμβανε αν ζούσε. Διότι ποιο είναι το όφελος να αφήσει παιδιά, όταν ο ίδιος αναχωρήσει;» Βλέπεις; Παντού μεμψιμοιρεί για το βραχύβιο της ζωής και για το ότι δεν υπάρχει πλέον η δυνατότητα να επιστρέψει ούτε να επανέλθει εδώ. «Ας υποθέσουμε», λέγει, «ότι αφήνει πίσω του υιούς, αλλά δεν αντιλαμβάνεται τα αγαθά. Είτε λίγα γίνουν τα παιδιά είτε πολλά, δεν το γνωρίζει. Τι είναι λοιπόν πιο άθλιο; Όταν υπάρχει ευημερία και το αγνοεί; Όταν αναχωρεί μόνος, γνωρίζοντας μόνο τα δικά του δεινά;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες