εἶτα καὶ ἀπὸ τῆς γεννήσεως ὀργῆς πλήρης, τουτέστιν· ἀθυμίας, οὐχὶ λύπης. 14,2a 〈ἢ ὥσπερ ἄνθος ἀνθῆσαν ἐξέπεσεν,〉 2b 〈ἀπέδρα δὲ ὥσπερ σκιὰ καὶ οὐ μὴ στῇ.〉 14,3a 〈οὐχὶ καὶ τούτου λόγον ἐποιήσω〉 3b 〈καὶ τοῦτον ἐποίησας ἐν κρίματι εἰσελθεῖν ἐπὶ σοῦ;〉 ὁρᾷς, πῶς οὐκ ἀπὸ τοῦ δίκαιος εἶναι, ἀλλ᾽ ἀπὸ τῆς εὐτελείας τῆς φύσεως βούλεται ἀπαλλαγῆναι; «τοῦτον ἔδει ἐξετασθῆναι», φησίν, «τοῦτον ἔδει εὐθύνας ἀπαιτηθῆναι, τὸν σήμερον ὄντα καὶ αὔριον οὐκέτι;» 14,4 〈τίς γὰρ ἔσται καθαρὸς ἀπὸ ῥύπου; οὐδείς,〉 14,5a 〈ἐὰν καὶ μιᾶς ἡμέρας γένηται ὁ βίος αὐτοῦ ἐπὶ τῆς γῆς,〉 5b 〈ἀριθμητοὶ δὲ μῆνες αὐτοῦ παρ᾽ αὐτῷ.〉 5c 〈εἰς χρόνον ἔθου, καὶ οὐ μὴ ὑπερβῇ.〉 14,6a 〈ἀπόστα ἀπ᾽ ἐμοῦ, ἵνα ἡσυχάσω〉 6b 〈καὶ εὐδοκήσω τὸν βίον μου ὥσπερ μισθωτός.〉 ὁρᾷς πάλιν ἐπὶ τὴν φύσιν καταφεύγοντα; «ὅτι οὐδὲ δυνατόν», φησίν, «εἶναι καθαρόν, οὐ μόνον διὰ τὸ εὐτελὲς οὐδὲ διὰ τὸ ὀλιγοχρόνιον οὐδὲ διὰ τὸ ἀθυμίας γέμειν ἐν τῷ βίῳ, ἀλλ᾽ ὅτι οὐδὲ δυνατὸν καθαρὸν εἶναι, ἀπόστα ἀπ᾽ ἐμοῦ», φησίν, «ἵνα ἡσυχάσω καὶ εὐδοκήσω τὸν βίον μου ὥσπερ μισθωτός. τὸ ὀλιγοχρόνιον πάλιν καὶ ἐπίπονον καὶ ταλαίπωρον, καταπονούμενον καὶ ταλαιπωρούμενον, κέλευσον ἐν ἡσυχίᾳ εἶναι.»
Μετάφραση
Έπειτα και από τη γέννησή του είναι γεμάτος οργή, δηλαδή: αποθάρρυνση, όχι λύπη. 14,2a 〈ή σαν τον ανθό που άνθισε και έπεσε,〉 2b 〈και χάθηκε σαν σκιά και δεν πρόκειται να σταθεί.〉 14,3a 〈Μήπως δεν έλαβες υπόψη σου και αυτόν〉 3b 〈και τον έκανες να προσέλθει σε κρίση ενώπιόν σου;〉 Βλέπεις πώς θέλει να απαλλαγεί, όχι επειδή είναι δίκαιος, αλλά εξαιτίας της ευτέλειας της φύσεώς του; «Αυτόν έπρεπε να εξετάσεις;», λέει, «από αυτόν έπρεπε να ζητήσεις ευθύνες, από αυτόν που υπάρχει σήμερα και αύριο δεν υπάρχει πλέον;» 14,4 〈Διότι ποιος θα είναι καθαρός από ρύπο; Κανείς,〉 14,5a 〈έστω κι αν η ζωή του πάνω στη γη είναι μόνο μία ημέρα,〉 5b 〈ενώ οι μήνες του είναι μετρημένοι ενώπιόν του.〉 5c 〈Έθεσες χρονικό όριο, και δεν πρόκειται να το υπερβεί.〉 14,6a 〈Απομακρύνσου από εμένα, για να ησυχάσω〉 6b 〈και να ευχαριστηθώ τον βίο μου σαν τον μισθωτό.〉 Βλέπεις που πάλι καταφεύγει στη φύση; «Διότι δεν είναι καν δυνατόν», λέει, «να είναι καθαρός, όχι μόνο εξαιτίας της ευτέλειας ούτε εξαιτίας του ολιγοχρόνιου της ζωής, ούτε επειδή είναι γεμάτος αποθάρρυνση στον βίο του, αλλά επειδή δεν είναι καν δυνατόν να είναι καθαρός, απομακρύνσου από εμένα», λέει, «για να ησυχάσω και να ευχαριστηθώ τον βίο μου σαν τον μισθωτό. Σε αυτό το ολιγοχρόνιο πάλι, στο επίπονο και ταλαίπωρο πλάσμα, που καταπονείται και ταλαιπωρείται, δώσε την εντολή να παραμείνει εν ησυχία.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες