εἶτα ἀνθρωπίνως αὐτὸν εἰσάγει πολεμοῦντα αὐτῷ μετὰ θυμοῦ· 16,15a 〈σάκκον,〉 φησίν, 〈ἔρραψαν ἐπὶ βύρσῃ μου,〉 15b 〈τὸ δὲ σθένος μου εἰς γῆν ἔσβεσαν.〉 τουτέστιν· «ἐμελάνωσέ με», ἢ ἀπὸ κακῶν ἢ ὅτι σάκκος περιεγένετο. 16,16a 〈ἡ γαστήρ μου συγκέκαυται ἀπὸ κλαυθμοῦ,〉 16b 〈ἐπὶ δὲ βλεφάρων μου σκιὰ θανάτου.〉 16,17a 〈ἄδικον γὰρ οὐδὲν ἦν ἐν χερσί μου,〉 17b 〈εὐχὴ δέ μου καθαρά.〉 16,18a 〈γῆ, μὴ καλύψῃς ἐφ᾽ αἵματι τῆς σαρκός μου.〉 τοῦτο γὰρ ἔθος τοῖς ἐν δεινοῖς οὖσι τὰ κακὰ αὐτῶν μὴ καλύπτεσθαι. «τοσοῦτον ἀπέχω», φησίν, «τοῦ συνειδέναι ἑαυτῷ, ὥστε βούλομαι πάντας ὁρᾶν, ἃ πάσχω.» 16,18b 〈μηδὲ εἴη τόπος τῆς κραυγῆς μου.〉 «μηδὲ τὴν κραυγήν μου καλύψῃς.» 16,19a 〈καὶ νῦν ἰδοὺ ἐν οὐρανοῖς ὁ μάρτυς μου,〉 19b 〈ὁ δὲ συνίστωρ μου ἐν ὑψίστοις.〉 16,20a 〈ἀφίκοιτο ἡ δέησίς μου πρὸς κύριον,〉 20b 〈ἐναντίον δὲ αὐτοῦ στάξαι μου ὁ ὀφθαλμός.〉 μονονουχὶ λέγων· «ἀκούσαι ταῦτα ὁ θεός», φησίν, «ἴδοι ταῦτα ὁ θεός.» 16,21a 〈εἴη δὲ ὁ ἔλεγχός μου ἔναντι κυρίου,〉 21b 〈καὶ υἱὸς ἀνθρώπου τῷ πλησίον αὐτοῦ.〉 τουτέστιν· «δικάζομαι πρὸς αὐτόν.» πάλιν τὰ αὐτά· 16,22a 〈ἔτη δὲ ἀριθμητὰ ἥκασί μοι,〉 22b 〈ὁδῷ δέ, ᾗ οὐκ ἀναστραφήσομαι, πορεύσομαι.〉 17,1a 〈ὀλέκομαι πνεύματι φερόμενος.〉 1b 〈δέομαι δὲ ταφῆς καὶ οὐ τυγχάνω·〉 17,2 〈λίσσομαι κάμνων, καὶ τί ποιήσω;〉 17,3a 〈ἔκλεψαν δέ μου ἀλλότριοι τὰ ὑπάρχοντα.〉 3b 〈τίς ἐστιν οὗτος;
Μετάφραση
Έπειτα, με ανθρωποπαθή τρόπο τον παρουσιάζει να τον πολεμά με θυμό: 16,15α «Σάκο», λέει, «έραψαν πάνω στο δέρμα μου», 15β «και τη δύναμή μου την έσβησαν στη γη». Δηλαδή: «Με μαύρισε», είτε από τα δεινά είτε επειδή καλύφθηκα με σάκο. 16,16α «Η κοιλιά μου κατακάηκε από το κλάμα», 16β «και στα βλέφαρά μου υπάρχει σκιά θανάτου». 16,17α «Διότι καμία αδικία δεν υπήρχε στα χέρια μου», 17β «και η προσευχή μου ήταν καθαρή». 16,18α «Γη, μην καλύψεις το αίμα της σάρκας μου». Διότι αυτή είναι η συνήθεια όσων βρίσκονται σε δεινά, να μην καλύπτονται τα κακά τους. «Τόσο πολύ απέχω», λέει, «από το να έχω τύψεις συνειδήσεως, ώστε θέλω να βλέπουν όλοι αυτά που πάσχω». 16,18β «Και ας μην υπάρξει τόπος για την κραυγή μου». Δηλαδή: «Ούτε την κραυγή μου να καλύψεις». 16,19α «Και τώρα, ιδού, στους ουρανούς είναι ο μάρτυράς μου», 19β «και αυτός που γνωρίζει τα έργα μου βρίσκεται στα ύψιστα». 16,20α «Είθε να φτάσει η δέησή μου στον Κύριο», 20β «και ενώπιόν του να στάξει δάκρυα το μάτι μου». Σαν να έλεγε: «Είθε να τα ακούσει αυτά ο Θεός», λέει, «είθε να τα δει αυτά ο Θεός». 16,21α «Είθε να γίνει η κρίση μου ενώπιον του Κυρίου», 21β «όπως του υιού του ανθρώπου με τον πλησίον του». Δηλαδή: «Δικάζομαι μαζί του». Και πάλι τα ίδια: 16,22α «Διότι έφτασαν για μένα μετρημένα χρόνια», 22β «και θα πορευτώ σε οδό από την οποία δεν πρόκειται να επιστρέψω». 17,1α «Χάνομαι παρασυρόμενος από το πνεύμα». 1β «Και παρακαλώ για ταφή, αλλά δεν την επιτυγχάνω·» 17,2 «ικετεύω καταπονημένος, και τι να κάνω;» 17,3α «Και έκλεψαν ξένοι τα υπάρχοντά μου». 3β «Ποιος είναι αυτός;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες