ἂν γὰρ εἴπω, παραμυθοῦμαι«, φησίν, »ἂν δὲ σιωπήσω, οὐδὲν ταύτῃ τὰ δεινὰ ἔσται μοι φαυλότερα καὶ ἐλάττω.» 16,6a 〈ἐὰν γὰρ λαλήσω, οὐκ ἀλγήσω τὸ τραῦμα·〉 6b 〈ἐὰν δὲ καὶ σιωπήσω, τί ἔλαττον τρωθήσομαι;〉 ἢ τοῦτό φησιν, ὅτι «εἰ ἤμην ἐν τοῖς ὑμετέροις καὶ τῶν δεινῶν ἐκτός, τότε ἂν ἔγνωτε. οὐ γὰρ ἤλγουν λαλῶν.» εἶτα πάλιν τὴν συμφορὰν ἀναγγέλλει· 16,7 〈νῦν δὲ κατάκοπόν με πεποίηκε, μωρόν, σεσηπότα·〉 16,8a 〈καὶ ἐπελάβου μου, εἰς μαρτύριον ἐγενήθη·〉 8b 〈καὶ ἀνέστη ἐν ἐμοὶ τὸ ψεῦδός μου,〉 8c 〈κατὰ πρόσωπόν μου ἀνταπεκρίθη.〉 16,9a 〈ὀργῇ χρησάμενος κατέβαλέ με,〉 9b 〈ἔβρυξε δὲ ἐπ᾽ ἐμὲ τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ,〉 9c 〈βέλη πειρατηρίων αὐτοῦ ἐπ᾽ ἐμοὶ ἔπεσεν.〉 16,10a 〈〈ἔπαισεν〉 ἀκίσιν ὀφθαλμούς μου καὶ ἐνήλατό μοι ἐν τόξῳ.〉 10b 〈ἕλκει ὀξεῖ ἔπαισέ με ἐπὶ τὰ γόνατα,〉 10c 〈ὁμοθυμαδὸν δὲ κατέδραμον ἐπ᾽ ἐμέ.〉 16,11a 〈παρέδωκε γάρ με ὁ κύριος εἰς χεῖρας ἀδίκου,〉 11b 〈ἐπὶ δὲ ἀσεβεῖς ἔρριψέ με.〉 16,12a 〈εἰρηνεύοντα διεσκέδασέ με,〉 12b 〈λαβὼν δὲ τῆς κόμης διέτιλέ με,〉 12c 〈κατέστησέ με ὥσπερ σκοπόν.〉 16,13a 〈ἐκύκλωσάν με λόγχαις〉 13b 〈βάλλοντες εἰς νεφρούς μου οὐ φειδόμενοι,〉 13c 〈ἐξέχεαν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου.〉 16,14a 〈κατέβαλόν με πτῶμα ἐπὶ πτώματι,〉 14b 〈ἔδραμον ἐπ᾽ ἐμὲ δυνατοί.〉 «οὐκ ἀρκεῖ», φησίν, «ὅτι κολάζομαι, ἀλλὰ καὶ δοκῶ ἀνόητος εἶναι», ἢ ὅτι· «ἐξέστην τῶν κατὰ φύσιν φρενῶν.»
Μετάφραση
«Διότι αν μιλήσω, παρηγορούμαι», λέγει, «αν όμως σιωπήσω, καθόλου τα δεινά δεν θα γίνουν εξαιτίας αυτού ελαφρότερα και λιγότερα για εμένα». 16,6a 〈Διότι εάν μιλήσω, δεν θα νιώσω πόνο για το τραύμα·〉 6b 〈εάν όμως και σιωπήσω, πόσο λιγότερο θα πληγωθώ;〉 Ή εννοεί τούτο, ότι «εάν βρισκόμουν στη δική σας θέση και ήμουν απαλλαγμένος από τα δεινά, τότε θα καταλαβαίνατε. Διότι δεν θα πονούσα μιλώντας». Έπειτα πάλι αναγγέλλει τη συμφορά του· 16,7 〈τώρα όμως με έκανε κατάκοπο, ανόητο, σαπισμένο·〉 16,8a 〈και με συνέλαβες, πράγμα που έγινε για εμένα μαρτύριο·〉 8b 〈και εγέρθηκε μέσα μου το ψεύδος μου,〉 8c 〈και κατά πρόσωπο μου αντιμίλησε.〉 16,9a 〈Με οργή με κατέβαλε,〉 9b 〈και έτριξε εναντίον μου τα δόντια του,〉 9c 〈βέλη των δοκιμασιών του έπεσαν επάνω μου.〉 16,10a 〈Με χτύπησε με αιχμές στα μάτια μου και όρμησε εναντίον μου με τόξο.〉 10b 〈Με επώδυνη πληγή με χτύπησε στα γόνατα,〉 10c 〈και ομόθυμα όρμησαν εναντίον μου.〉 16,11a 〈Διότι με παρέδωσε ο Κύριος σε χέρια αδίκου,〉 11b 〈και με έριξε σε ασεβείς.〉 16,12a 〈Ενώ βρισκόμουν σε ειρήνη, με συνέτριψε,〉 12b 〈και πιάνοντάς με από τα μαλλιά, με μάδησε,〉 12c 〈και με έστησε σαν στόχο.〉 16,13a 〈Με περικύκλωσαν με λόγχες,〉 13b 〈χτυπώντας τους νεφρούς μου δίχως να με σπλαχνίζονται,〉 13c 〈έχυσαν στη γη τη ζωή μου.〉 16,14a 〈Με έριξαν κάτω, πτώση πάνω στην πτώση,〉 14b 〈όρμησαν εναντίον μου δυνατοί.〉 «Δεν αρκεί», λέγει, «ότι τιμωρούμαι, αλλά θεωρούμαι και ανόητος», ή εννοεί ότι: «έχασα τα φυσικά μου λογικά».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες