πλὴν ἀλλὰ πάλιν ὑμᾶς καλῶ εἰς κριτήριον.» 17,10a 〈οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ πάντως ἐρείδετε καὶ δεῦτε δή· 10b 〈οὐ γὰρ εὑρίσκω ἐν ὑμῖν ἀληθές.〉 17,11a 〈αἱ ἡμέραι μου παρῆλθον ἐν βρώμῳ,〉 11b 〈ἐρράγη δὲ τὰ ἄρθρα τῆς καρδίας μου.〉 17,12a 〈νύκτα εἰς ἡμέραν ἔθηκα,〉 12b 〈φῶς ἐγγὺς ἀπὸ προσώπου σκότους.〉 17,13a 〈ἐὰν γὰρ ὑπομείνω, ᾅδης μου ὁ οἶκος,〉 13b 〈ἐν δὲ γνόφῳ ἔστρωταί μου ἡ στρωμνή.〉 17,14a 〈θάνατον προσεκαλεσάμην πατέρα μου εἶναι,〉 14b 〈μητέρα δέ μου καὶ ἀδελφὴν σαπρίαν.〉 17,15a 〈ποῦ οὖν ἐστί μου ἡ ἐλπίς;〉 15b 〈ἢ τὰ ἀγαθά μου ὄψομαι ἔτι;〉 17,16a 〈ἢ μεθ᾽ ὑμῶν εἰς ᾅδην καταβήσεται;〉 16b 〈ἢ ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ χώματος καταβήσομαι;〉 «λέγετέ μοι», φησίν, «“ὑπόμεινον”. ποῦ; εἰς τὸν ᾅδην; ἐκεῖνος γάρ με διαδέχεται λοιπόν. θάνατον γάρ», φησίν, «προσεκαλεσάμην πατέρα μου εἶναι», τουτέστιν· «ποθεινός μοι ὁ θάνατος, πάντως ἐκεῖ με δεῖ ἀπελθεῖν.» 18,1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ ΔΕ ΒΑΛΔΑΔ Ο ΣΑΥΧΙΤΗΣ ΛΕΓΕΙ· 18,2a 〈μέχρι τίνος οὐ παύσῃ;〉 2b 〈ἐπίσχες, ἵνα καὶ αὐτοὶ λαλήσωμεν.〉 18,3 〈διὰ τί δὲ ὥσπερ τετράποδα σεσιωπήκαμεν ἐναντίον σου,〉 18,4a 〈κέχρησαι δὲ ὀργῇ;〉 ὅρα αὐτοὺς κρινομένους αὐτῷ, ὅρα βουλομένους ἐπιστομίζειν αὐτόν. τοῦτο οὐχὶ παραμυθουμένων ἐστίν, ἀλλὰ τοὐναντίον παροξυνόντων καὶ σκωπτόντων αὐτόν. ἐπίσχες, φησίν, ἵνα καὶ αὐτοὶ λαλήσωμεν. «διὰ τί γὰρ παρεγενόμεθα; οὐχ ἵνα καὶ αὐτοὶ λαλήσωμεν;»
Μετάφραση
«...αλλά και πάλι σας καλώ σε κρίση.» 17,10a 〈Όμως, παρά ταύτα, στηριχθείτε και ελάτε λοιπόν· 10b 〈διότι δεν βρίσκω ανάμεσά σας τίποτα το αληθινό.〉 17,11a 〈Οι ημέρες μου παρήλθαν μέσα σε ταραχή,〉 11b 〈και διαρρήχθηκαν οι δεσμοί της καρδιάς μου.〉 17,12a 〈Τη νύχτα την έκανα ημέρα,〉 12b 〈το φως είναι κοντά μπροστά στο σκοτάδι.〉 17,13a 〈Διότι, εάν υπομείνω, ο Άδης θα είναι το σπίτι μου,〉 13b 〈και μέσα στο πυκνό σκοτάδι έχει στρωθεί το κρεβάτι μου.〉 17,14a 〈Τον θάνατο προσκάλεσα να είναι πατέρας μου,〉 14b 〈και μητέρα μου και αδελφή μου τη σήψη.〉 17,15a 〈Πού είναι λοιπόν η ελπίδα μου;〉 15b 〈ή θα δω άραγε ξανά τα αγαθά μου;〉 17,16a 〈Ή μήπως μαζί με εσάς θα κατέβει στον Άδη;〉 16b 〈ή όλοι μαζί θα κατέβουμε στο χώμα;〉 «Μου λέτε», λέει, «“υπόμεινε”. Πού; Στον Άδη; Διότι αυτός πλέον με περιμένει. Διότι “τον θάνατο”», λέει, «“προσκάλεσα να είναι πατέρας μου”», δηλαδή: «Επιθυμητός μου είναι ο θάνατος, οπωσδήποτε εκεί πρέπει να απέλθω». 18,1 ΠΑΙΡΝΟΝΤΑΣ ΔΕ ΤΟΝ ΛΟΓΟ Ο ΒΑΛΔΑΔ Ο ΣΑΥΧΙΤΗΣ ΛΕΕΙ: 18,2a 〈Μέχρι πότε δεν θα σταματήσεις;〉 2b 〈Σταμάτα, για να μιλήσουμε και εμείς.〉 18,3 〈Και γιατί έχουμε σιωπήσει απέναντί σου σαν τετράποδα,〉 18,4a 〈ενώ εσύ συμπεριφέρεσαι με οργή;〉 Δες τους να έρχονται σε αντιδικία μαζί του, δες τους να θέλουν να τον αποστομώσουν. Αυτό δεν είναι γνώρισμα ανθρώπων που παρηγορούν, αλλά αντίθετα ανθρώπων που τον παροξύνουν και τον χλευάζουν. «Σταμάτα», λέει, «για να μιλήσουμε και εμείς». «Διότι για ποιον λόγο ήρθαμε εδώ; Όχι για να μιλήσουμε και εμείς;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες