ἐκεῖνοι μὲν γὰρ οὐδὲν ἐποίουν λοιπόν, οὗτοι δὲ καὶ ὠνείδιζον καὶ παρήκουον καὶ κατ᾽ αὐτοῦ ἐλάλουν. 19,13a 〈ἀπ᾽ ἐμοῦ δέ,〉 φησίν, 〈ἀπέστησαν ἀδελφοί,〉 13b 〈ἔγνωσαν ἀλλοτρίους ἢ ἐμέ.〉 13c 〈οἱ φίλοι δέ μου ἀνελεήμονες γεγόνασιν,〉 19,14a 〈καὶ οὐ προσεποιήσαντό με οἱ ἐγγύτατοί μου.〉 14b 〈οἱ εἰδότες μου τὸ ὄνομα ἐπελάθοντό μου.〉 19,15a 〈γείτονες, οἰκεῖοι, θεράποντες, θεράπαιναι εἰς ἀλλότριον ἐλογίσαντό με,〉 15b 〈ἀλλογενὴς ἐγενόμην ἐναντίον αὐτῶν.〉 19,16a 〈θεράποντας δέ μου ἐκάλεσα, καὶ οὐχ ὑπήκουσάν μου·〉 16b 〈στόμα δέ μου ἐδεῖτο αὐτῶν.〉 19,17a 〈καὶ ἱκέτευον τὴν γυναῖκά μου,〉 17b 〈καὶ προσεκαλούμην κολακεύων υἱοὺς παλλακίδων μου,〉 19,18a 〈οἱ δὲ εἰς τὸν αἰῶνά με ἀπείποντο.〉 18b 〈ὅταν ἀναστῶ, κατ᾽ ἐμοῦ λαλοῦσιν·〉 19,19a 〈ἐβδελύξαντο δέ με οἱ ἰδόντες με,〉 19b 〈καὶ οὓς ἠγάπων, ἐπανέστησάν μοι.〉 19,20a 〈ἐν δέρματί μου ἐσάπησαν αἱ σάρκες μου,〉 20b 〈τὰ δὲ ὀστᾶ μου ἐν ὀδύναις ἔχεται.〉 19,21a 〈ἐγγίσατέ μοι, ἐλεήσατε, ὦ φίλοι, ἐλεήσατέ με·〉 21b 〈χεὶρ γὰρ κυρίου ἐστὶν ἡ ἁψαμένη μου.〉 19,22a 〈διὰ τί δέ με διώκετε ὥσπερ καὶ ὁ κύριος,〉 22b 〈ἀπὸ δὲ σαρκῶν μου οὐκ ἐμπίπλασθε;〉 19,23a 〈τίς δὲ ἂν δῴη γραφῆναι τὰ ῥήματά μου;〉 ἤτοι τὰ τῆς συμφορᾶς ἤτοι τὰ τοῦ βίου, τὰ ἐν ταῖς ἀρεταῖς, ἃ ἐμαρτύρει αὐτῷ, ὅτι οὐκ ἦν πονηρός. γίνεται δὲ τοῦτο ἐκ τοῦ σφόδρα συνειδέναι ἑαυτῷ. «
Μετάφραση
Διότι εκείνοι μεν δεν έκαναν τίποτε πλέον, αυτοί όμως και τον ονείδιζαν και τον παράκουαν και μιλούσαν εναντίον του. 19,13a «Από εμένα δε», λέγει, «απομακρύνθηκαν οι αδελφοί», 13b «προτίμησαν να γνωρίσουν ξένους παρά εμένα». 13c «Οι δε φίλοι μου έγιναν ανελεήμονες», 19,14a «και δεν με αναγνώρισαν οι πιο κοντινοί μου». 14b «Εκείνοι που γνώριζαν το όνομά μου με ξέχασαν». 19,15a «Γείτονες, οικείοι, υπηρέτες και υπηρέτριες με θεώρησαν ξένο», 15b «έγινα αλλογενής απέναντί τους». 19,16a «Τους υπηρέτες μου φώναξα, και δεν με υπάκουσαν·» 16b «το δε στόμα μου τους παρακαλούσε». 19,17a «Και ικέτευα τη γυναίκα μου», 17b «και προσκαλούσα κολακεύοντας τους γιους των παλλακίδων μου», 19,18a «αυτοί όμως παντοτινά με απέρριψαν». 18b «Όταν σηκώνομαι, μιλούν εναντίον μου·» 19,19a «με σιχάθηκαν όσοι με είδαν», 19b «και εκείνοι που αγαπούσα στράφηκαν εναντίον μου». 19,20a «Κάτω από το δέρμα μου σάπισαν οι σάρκες μου», 20b «και τα οστά μου συνέχονται από οδύνες». 19,21a «Πλησιάστε με, ελεήστε με, ω φίλοι, ελεήστε με·» 21b «διότι χέρι Κυρίου είναι αυτό που με άγγιξε». 19,22a «Γιατί όμως με καταδιώκετε όπως και ο Κύριος,» 22b «και δεν χορταίνετε από τις σάρκες μου;» 19,23a «Ποιος θα έδινε την άδεια να καταγραφούν τα λόγια μου;» δηλαδή είτε τα λόγια της συμφοράς είτε του βίου του, τα σχετικά με τις αρετές του, τα οποία αποτελούσαν μαρτυρία γι' αυτόν ότι δεν ήταν πονηρός. Αυτό δε προέρχεται από την απόλυτα καθαρή του συνείδηση. «
Περισσότερα
Λεπτομέρειες