εἰ γὰρ ἐγὼ ἐν πονηρίᾳ ὢν ταῦτα πάσχω, καὶ ὑμεῖς ταὐτὰ φοβεῖσθαι ὀφείλετε καὶ δεδοικέναι. 19,28a 〈εἰ δὲ ἐρεῖτε· τί ἐροῦμεν ἐναντίον αὐτοῦ;〉 28b 〈καὶ ῥίζαν λόγου εὑρήσομεν ἐν αὐτῷ;〉 19,29a 〈εὐλαβήθητε δὲ καὶ ὑμεῖς ἀπὸ κρίματος.〉 29b 〈θυμὸς γὰρ ἐπ᾽ ἀνόμους ἐπελεύσεται,〉 29c 〈καὶ τότε γνώσονται, ὅτι οὐδαμοῦ αὐτῶν ἡ ἰσχὺς ἔσται.〉 20,1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ ΔΕ ΣΩΦΑΡ Ο ΜΙΝΑΙΟΣ ΛΕΓΕΙ· 20,2a 〈οὐχ οὕτως ὑπελάμβανόν σε εἶναι καὶ ἀντερεῖν σε ταῦτα.〉 ὅρα πάλιν ἐπίπληξιν. 20,2b 〈καὶ οὐχὶ συνιέναι μᾶλλον ἢ ἐμέ.〉 τουτέστιν· »οὐκ ᾤμην ἀγνοεῖν σε ἅπερ ἔστι καὶ ἐπίσταμαι ἐγώ, ἅπερ οὕτω δῆλά ἐστι καὶ φυλάττει νόμον οἰκεῖον ὡς μὴ παραχαράττοντα.» 20,3a 〈παιδείαν ἐντροπῆς σου ἀκούσομαι,〉 3b 〈καὶ πνεῦμα ἐκ τῆς συνέσεώς σου ἀποκρίνεταί μοι.〉 20,4a 〈μὴ ταῦτα ἔγνως ἀπὸ τοῦ ἔτι,〉 4b 〈ἀφ᾽ οὗ ἐτέθη ἄνθρωπος ἐπὶ τῆς γῆς;〉 «μὴ γάρ τι καινὸν γέγονεν», φησίν, «ἀφ᾽ οὗ ὁ κόσμος ἐγένετο;
Μετάφραση
Διότι, εάν εγώ, ευρισκόμενος στην πονηρία, τα υποφέρω αυτά, και εσείς οφείλετε να φοβάστε και να τρέμετε τα ίδια. 19,28a 〈Εάν όμως πείτε: Τι θα πούμε εναντίον του;〉 28b 〈και θα βρούμε σε αυτόν ρίζα λόγου;〉 19,29a 〈Να φοβηθείτε λοιπόν και εσείς την κρίση.〉 29b 〈Διότι οργή θα επέλθει στους ανόμους,〉 29c 〈και τότε θα κατανοήσουν ότι η ισχύς τους δεν θα υπάρχει πουθενά.〉 20,1 ΠΑΙΡΝΟΝΤΑΣ ΔΕ ΤΟΝ ΛΟΓΟ Ο ΣΩΦΑΡ Ο ΜΙΝΑΙΟΣ ΛΕΓΕΙ: 20,2a 〈Δεν περίμενα ότι είσαι έτσι και ότι θα ανταπαντούσες με αυτά.〉 Πρόσεξε πάλι την επίπληξη. 20,2b 〈και ότι δεν κατανοείς περισσότερο από εμένα.〉 Δηλαδή: «Δεν περίμενα να αγνοείς αυτά που υφίστανται και τα οποία γνωρίζω εγώ, τα οποία είναι τόσο φανερά και διαφυλάσσουν τον οικείο τους νόμο ώστε να μην παραχαράσσεται.» 20,3a 〈Θα ακούσω την επίπληξη της ντροπής σου,〉 3b 〈και πνεύμα προερχόμενο από τη σύνεσή σου μου αποκρίνεται.〉 20,4a 〈Μήπως αυτά τα γνώρισες ανέκαθεν,〉 4b 〈αφότου τοποθετήθηκε ο άνθρωπος πάνω στη γη;〉 «Διότι μήπως συνέβη κάτι καινούργιο», λέει, «αφότου δημιουργήθηκε ο κόσμος;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες