Θάνατον γὰρ ἐπεκάλεσα πατέρα μου εἶναι, μητέρα δὲ καὶ ἀδελφήν μου σαπρίαν. Δεύτερος δὲ πάλιν ὑπολαβὼν Βαλδὰδ, λέγει πρὸς Ἰώβ· Μέχρι τίνος οὐ παύσῃ; Τί γὰρ, ἐὰν σὺ ἀποθάνῃς, ἀοίκητος ἡ ὑπ᾽ οὐρανόν; Δευτέρα Ἰὼβ πρὸς Βαλδάδ· Ἕως τίνος ἔγκοπον ποιήσετε τὴν ψυχήν μου, καὶ καθαιρεῖτέ με λογισμοῖς; καταλαλεῖτέ μου οὐκ αἰσχυνόμενοι; Περὶ τοῦ, Τὴν δόξαν μου ἐξ ἐμοῦ ἐξεῖλε, ἀφεῖλε δὲ στέφανον ἀπὸ κεφαλῆς μου, ἐξέκοψε δὲ ὥσπερ δένδρον τὴν ἐλπίδα μου.
Μετάφραση
Διότι τον θάνατο αποκάλεσα πατέρα μου, και τη σήψη μητέρα και αδελφή μου. Λαμβάνοντας πάλι τον λόγο δεύτερος ο Βαλδάδ, λέγει προς τον Ιώβ: Μέχρι πότε δεν θα σταματήσεις; Διότι, εάν εσύ πεθάνεις, θα μείνει ακατοίκητη η υπ' ουρανόν; Δεύτερη απάντηση του Ιώβ προς τον Βαλδάδ: Μέχρι πότε θα καταπονείτε την ψυχή μου και θα με καταρρακώνετε με συλλογισμούς; Με κατακρίνετε χωρίς να αισχύνεστε; Σχετικά με το: Τη δόξα μου αφαίρεσε από εμένα, αφαίρεσε το στεφάνι από το κεφάλι μου και έκοψε σαν δέντρο την ελπίδα μου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες