μὴ γάρ, εἴ τινα ὁ θεὸς πλήττει, οὗτος δι᾽ ἁμαρτήματα πάντως πάσχει, ὥσπερ οὐδὲ οὗτος, ἀλλ᾽ ὑπὲρ δοκιμῆς καὶ πλειόνων στεφάνων. 19,6b 〈ὀχύρωμα δὲ αὐτοῦ,〉 φησίν, 〈ἐπ᾽ ἐμὲ ὕψωσεν.〉 19,7a 〈ἰδοὺ λαλῶ ἐν εἴδει καὶ οὐ λαλήσω.〉 τουτέστιν· φανερῶς ἐν εἴδει ἢ ὡς πρός τινα διαλεγόμενος. 19,7b 〈κακράξομαι, καὶ οὐδαμοῦ κρίμα.〉 τοῦτο τὸ μέγα τῆς συμφορᾶς κεφάλαιον· «οὐδεὶς ἀκούει», φησίν, «οὐδεὶς δικάζει, οὐδεὶς ἀντιλέγει,»—τοῦτον ἐλεῆσαι οὐ χρή;— «οὐδένα βλέπω, πανταχοῦ περικεκύκλωμαι, κράζω, καὶ οὐδεὶς ἀκούει.» 19,8a 〈κύκλῳ,〉 φησίν, 〈περιῳκοδόμημαι καὶ οὐ μὴ διαβῶ,〉 8b 〈ἐπὶ δὲ ἀτραπούς μου σκότος ἔθετο.〉 ἤτοι τὰς τῆς διανοίας ἤτοι τὰς τῆς ὁδοῦ, τουτέστιν· «ἐσκότωσέ με· οὐκ ἔχω, ποῦ ἀπελθεῖν, οὐδὲ βλέπω, οὐδὲ δύναμαι.» 19,9a 〈τὴν δόξαν ἀπ᾽ ἐμοῦ ἐξέδυσε〉 9b 〈καὶ ἀφεῖλε τὸν στέφανον ἀπὸ κεφαλῆς μου,〉 19,10a 〈διέσπασε δέ με κύκλῳ καὶ ᾠχόμην.〉 «ἀλλ᾽ ἔδησέ με πάντοθεν», φησίν, «οὐκ αὐτὸν ὁρῶ, οὐκ ἄλλον τινά.» 19,10b 〈ἐξέκοψε δὲ ὥσπερ δένδρον τὴν ἐλπίδα μου.〉 19,11a 〈δεινῶς μοι ὀργῇ ἐχρήσατο,〉 11b 〈ἡγήσατο δέ με ὥσπερ ἐχθρόν.〉 19,12a 〈ὁμοθυμαδὸν δὲ τὰ πειρατήρια αὐτοῦ ἦλθον ἐπ᾽ ἐμέ, ταῖς ὁδοῖς μου〉 12b 〈ἐκύκλωσάν με ἐγκάθετοι.〉 οἱ ἐπιβουλεύσαντες καὶ λαβόντες τὰ θρέμματα. πολλὴ ἡ πεῖρα τοῦ διαβόλου. οἱ περιλειφθέντες αὐτῷ τῶν οἰκείων χαλεπωτέραν εἰργάζοντο τὴν συμφορὰν τῶν ἀπελθόντων.
Μετάφραση
Διότι, εάν ο Θεός πλήττει κάποιον, δεν σημαίνει ότι αυτός υποφέρει πάντοτε εξαιτίας αμαρτιών, όπως ακριβώς ούτε και αυτός, αλλά για δοκιμασία και για περισσότερα στεφάνια. 19,6β «Το οχύρωμά του», λέει, «το ύψωσε εναντίον μου». 19,7α «Ιδού, ομιλώ εν είδει και δεν θα μιλήσω». Δηλαδή: φανερά, προσωπικά, ή σαν να συνομιλεί με κάποιον. 19,7β «Θα κραυγάσω, και πουθενά δεν υπάρχει κρίση». Αυτό είναι το μεγάλο κεφάλαιο της συμφοράς: «Κανείς δεν ακούει», λέει, «κανείς δεν δικάζει, κανείς δεν αντιλέγει», —αυτόν δεν πρέπει να τον ελεήσουμε;— «δεν βλέπω κανέναν, είμαι περικυκλωμένος από παντού, κράζω, και κανείς δεν ακούει». 19,8α «Ολόγυρα», λέει, «έχω περιτειχιστεί και δεν μπορώ να περάσω», 8β «και στα μονοπάτια μου έθεσε σκοτάδι». Δηλαδή τα μονοπάτια της διανοίας ή της οδού, που σημαίνει: «Με βύθισε στο σκοτάδι· δεν έχω πού να πάω, ούτε βλέπω, ούτε έχω δύναμη». 19,9α «Τη δόξα μου την απέκδυσε» 9β «και αφαίρεσε το στεφάνι από το κεφάλι μου», 19,10α «Με διέσπασε δε ολόγυρα και χάθηκα». «Αλλά με έδεσε από παντού», λέει, «και δεν βλέπω αυτόν, ούτε κανέναν άλλον». 19,10β «Έκοψε δε σαν δέντρο την ελπίδα μου». 19,11α «Με φοβερή οργή μου συμπεριφέρθηκε», 11β «και με θεώρησε σαν εχθρό». 19,12α «Ομόφωνα δε τα πειρατήριά του ήλθαν εναντίον μου, στις οδούς μου» 12β «με περικύκλωσαν εγκάθετοι». Αυτοί που τον επιβουλεύτηκαν και του πήραν τα κοπάδια. Πολλή είναι η πείρα [μεθόδευση] του διαβόλου. Όσοι από τους οικείους του απέμειναν κοντά του, καθιστούσαν τη συμφορά πιο επώδυνη από εκείνους που είχαν φύγει από τη ζωή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες