καὶ γίνεται οὐδὲν παράδοξον, οὐδεμία καινοτομία οὐδὲ ἐναλλαγή.» 20,5a 〈εὐφροσύνη γὰρ ἀσεβῶν πτῶμα ἐξαίσιον,〉 5b 〈καὶ ἡ χαρμονὴ δὲ παρανόμων ἀπώλεια.〉 εἰ δὲ ἡ εὐφροσύνη αὐτῶν πτῶμα ἐξαίσιον καὶ ἡ χαρμονὴ αὐτῶν ἀπώλεια, ποῦ τὴν ἀπώλειαν θήσομεν, εἰπέ μοι, ποῦ τὴν ὀδύνην καὶ τὴν ἀθυμίαν; 20,6a 〈ἐὰν ἀναβῇ εἰς οὐρανόν,〉 φησίν, 〈τὰ δῶρα αὐτοῦ,〉 6b 〈ἡ δὲ θυσία αὐτοῦ νεφῶν ἅψηται,〉 20,7a 〈ὅταν δοκῇ ἤδη ἐστηρίχθαι,〉 7b 〈τότε εἰς τέλος ἀπολεῖται,〉 7c 〈οἱ δὲ ἰδόντες αὐτὸν ἐροῦσιν· ποῦ ἐστιν;〉 εἶτα δεικνύς, ὅτι ἄνωθεν ἡ πληγή, φησίν· 20,8a 〈ὥσπερ γὰρ ἐνύπνιον ἐκπετασθὲν οὐ μὴ εὑρεθῇ,〉 8b 〈ἔπτη δὲ ὥσπερ φάσμα νυκτερινόν.〉 20,9a 〈ὀφθαλμὸς γὰρ παρέβλεψε καὶ οὐ προσθήσει·〉 9b 〈καὶ οὐ προσνοήσει αὐτὸν ὁ τόπος αὐτοῦ οὐκέτι.〉 20,10a 〈τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ ὀλέσαισαν ἥττονες,〉 10b 〈αἱ δὲ χεῖρες αὐτῶν ψηλαφήσειαν ὀδύνας.〉 ὅπερ καὶ ὁ Δαυὶδ ἔλεγεν· παρῆλθον, καὶ ἰδοὺ οὐκ ἦν, καὶ ἐζήτησα αὐτόν, καὶ οὐχ εὑρέθη ὁ τόπος αὐτοῦ. τουτέστιν· ἀθρόως αὐτῶν ἡ ἀπώλεια γίνεται, ἵνα μὴ νομίσῃς παρὰ φυσικὴν ἀκολουθίαν τὴν συμφορὰν εἶναι, ἀλλὰ κατὰ θείαν τινὰ δύναμιν καὶ παράδοξον. καὶ μή μοι λέγε ἀνομίας μόνον, ἀλλὰ κἂν θυσίας προσενέγκωσιν, οὐδὲν ὄφελος. τοὺς υἱοὺς αὐτῶν, φησίν, ὀλέσαισαν ἥττονες.
Μετάφραση
«και δεν συμβαίνει τίποτα το παράδοξο, καμία καινοτομία ούτε αλλαγή». «Διότι η ευφροσύνη των ασεβών είναι πτώση τρομερή, και η χαρά των παρανόμων είναι απώλεια». Εάν όμως η ευφροσύνη τους είναι πτώση τρομερή και η χαρά τους απώλεια, πού θα τοποθετήσουμε την καταστροφή τους, πες μου, πού την οδύνη και την αθυμία; «Εάν αναβούν στον ουρανό», λέει, «τα δώρα του, και η θυσία του αγγίξει τα σύννεφα, όταν νομίσει ότι πλέον έχει στηριχθεί, τότε θα καταστραφεί ολοκληρωτικά, και εκείνοι που τον είδαν θα πουν: πού είναι;» Έπειτα, δείχνοντας ότι η πληγή προέρχεται άνωθεν, λέει: «διότι, όπως ακριβώς ένα όνειρο που πέταξε μακριά δεν πρόκειται να βρεθεί, έτσι πέταξε σαν νυχτερινό φάσμα. Διότι μάτι τον αντίκρισε, αλλά δεν πρόκειται να τον ξαναδεί· και ο τόπος του δεν πρόκειται να τον αντικρίσει πλέον. Τους γιους του ας τους αφανίσουν οι κατώτεροι, και τα χέρια τους ας ψηλαφήσουν οδύνες». Αυτό ακριβώς έλεγε και ο Δαβίδ: «πέρασα, και ιδού, δεν υπήρχε, και τον αναζήτησα, και δεν βρέθηκε ο τόπος του». Τουτέστιν: η καταστροφή τους έρχεται ξαφνικά, για να μην νομίσεις ότι η συμφορά οφείλεται σε κάποια φυσική ακολουθία, αλλά σε κάποια θεία και παράδοξη δύναμη. Και μη μου μιλάς μόνο για ανομίες, αλλά ακόμη κι αν προσφέρουν θυσίες, δεν υπάρχει κανένα απολύτως όφελος. Τους γιους τους, λέει, ας τους αφανίσουν οι κατώτεροι.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες