καὶ ἀπὸ τούτου δῆλον, ὅτι θεήλατός ἐστιν ἡ πληγή, ὅτι οἱ χείρους κρατοῦσι τῶν μειζόνων καὶ περιγίνονται τῶν ἐχόντων ἰσχὺν οἱ ἀπερριμμένοι. 20,11a 〈ὀστᾶ αὐτοῦ,〉 φησίν, 〈ἐνεπλήσθη ἐκ νεότητος αὐτοῦ〉 11b 〈καὶ μετ᾽ αὐτοῦ ἐπὶ χώματος κοιμηθήσεται.〉 20,12a 〈ἐγλυκάνθη ἐν στόματι αὐτοῦ κακία,〉 12b 〈κρύψει αὐτὴν ὑπὸ τὴν γλῶσσαν αὐτοῦ.〉 20,13a 〈οὐ φείσεται αὐτῆς καὶ οὐκ ἐγκαταλείψει αὐτὴν〉 13b 〈καὶ συνάξει αὐτὴν ἐν μέσῳ τοῦ λάρυγγος αὐτοῦ.〉 20,14a 〈καὶ οὐ μὴ δυνηθῇ βοηθῆσαι ἑαυτῷ.〉 14b 〈χολὴ ἀσπίδος ἐν γαστρὶ αὐτοῦ καὶ πόνος,〉 20,15a 〈πλοῦτος ἀδίκως συναγόμενος ἐξεμεθήσεται ἐκ κοιλίας αὐτοῦ.〉 «κἂν οὕτως αὐτόν», φησίν, «ἐν ἀσφαλείᾳ ἔχῃ ὥσπερ ἐν κοιλίᾳ, ταχέως αὐτὸν ἀποβαλεῖ μετ᾽ ὀδύνης.» τοῦτο γάρ ἐστιν· ἐξεμεθήσεται. τοῦτο συμβαίνει τοῖς πλουσίοις. εἶτα «καταρᾶται», φησίν, «ἀπὸ τῆς τοῦ πλούτου καυχήσεως.» 20,15b 〈ἐξ οἰκίας δὲ αὐτοῦ,〉 φησίν, 〈ἐξελκύσει αὐτὸν ἄγελος θανάτου.〉 20,16a 〈θυμὸν δὲ δρακόντων θηλάσει,〉 16b 〈καὶ ἀνέλοι αὐτὸν γλῶσσα ὄφεως.〉 20,17a 〈μὴ ἴδοι ἄμελξιν νομάδων〉 17b 〈μηδὲ νομὰς μέλιτος καὶ βουτύρου.〉 20,18a 〈εἰς κενὰ καὶ μάταια ἐκοπίασεν.
Μετάφραση
Και από αυτό είναι φανερό ότι η πληγή είναι θεόσταλτη, διότι οι κατώτεροι επικρατούν των ανωτέρων, και οι περιφρονημένοι κατατροπώνουν εκείνους που έχουν δύναμη. 20,11a «Τα οστά του», λέγει, «γέμισαν από τη νεότητά του» 11b «και μαζί του στο χώμα θα κοιμηθεί». 20,12a «Έγινε γλυκιά στο στόμα του η κακία», 12b «θα την κρύψει κάτω από τη γλώσσα του». 20,13a «Δεν θα την λυπηθεί και δεν θα την εγκαταλείψει» 13b «και θα τη συγκεντρώσει στο μέσο του λάρυγγά του». 20,14a «Και δεν θα μπορέσει καθόλου να βοηθήσει τον εαυτό του». 14b «Χολή ασπίδας υπάρχει στην κοιλιά του και πόνος», 20,15a «πλούτος που συγκεντρώθηκε άδικα θα εξεμεσθεί από την κοιλιά του». «Ακόμη κι αν τον έχει», λέγει, «με τόση ασφάλεια όπως μέσα στην κοιλιά, γρήγορα θα τον αποβάλει με οδύνη». Διότι αυτό σημαίνει το: θα εξεμεσθεί. Αυτό συμβαίνει στους πλουσίους. Έπειτα, «καταριέται», λέγει, «εξαιτίας της καυχήσεως του πλούτου». 20,15b «Από την οικία του, όμως», λέγει, «θα τον σύρει έξω άγγελος θανάτου». 20,16a «Θα θηλάσει δηλητήριο δρακόντων», 16b «και θα τον εξοντώσει γλώσσα φιδιού». 20,17a «Ας μην δει άρμεγμα νομάδων» 17b «ούτε βοσκές από μέλι και βούτυρο». 20,18a «Κοπίασε για πράγματα κενά και μάταια».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες