ΚΗʹ. Ταῦτα μὲν οὖν πρότερον καὶ διενοούμην καὶ ἀνεβόων πρὸς τὸν Θεόν· νυνὶ δὲ οἵας ἀνθ᾽ οἵων μεταλαμβάνω φωνάς! θρηνῶ λοιπὸν τῶν ἀσεβῶν τὴν ἀπώλειαν, καὶ γίνομαι φιλάνθρωπος τοῖς μισοῦσι, καὶ τοιαῦτα φθέγγομαι· Πῶς ἐγένοντο εἰς ἐρήμωσιν; ἐξάπινα ἐξέλιπον, ἀπώλοντο διὰ τὴν ἀνομίαν αὐτῶν, ὡς κονιορτὸς ὃν ὑφείλετο λαίλαψ, ὡς χνοῦς ὑπ᾽ ἀνέμου διαῤῥιπτούμενος, ὡς ἑωθινὴ δρόσος, ὡς ῥοῖζος πεμφθέντος βέλους, ὡς προσβολὴ βροντῆς, ὡς ἀστραπὴ διᾴττουσα. Εἰ μὲν οὖν νῦν μεταπεισθεῖεν, καὶ, τῆς πολλῆς παυσάμενοι πλάνης καὶ μέθης, μεταδιώξαιεν τὴν ἀλήθειαν, τάχα ἄν τι γένοιτο κέρδος αὐτοῖς καὶ τοῦ πτώματος· ἐπειδὴ καὶ τὸ παιδευθῆναι πολλάκις εἰς καλὸν τοῖς πάσχουσιν· εἰ δ᾽ ἐπὶ τῆς αὐτῆς μένοιεν γνώμης, καὶ περιέχοιντο τῶν εἰδώλων ἔτι, μηδὲ, ὃ καὶ τοὺς ἠλιθίους παιδεύει, σωφρονισθεῖεν τῇ συμφορᾷ. Τὴν μὲν Ἱερουσαλὴμ θρηνεῖ τοσοῦτον Ἱερεμίας, ὥστε καὶ τοῖς ἀψύχοις διακελεύεται θρῆνον, καὶ τῶν τειχῶν προκαλεῖται δάκρυον. Τούτοις δὲ τίς εὑρεθήσεται θρῆνος ἐπάξιος; Ἢ τίς ἂν ὀδύραιτο τὰ παρόντα, ἀφεὶς τὰ τῆς μελλούσης δακρύειν κολάσεως, ἀνθ᾽ ὧν ἠφρονεύσαντο, καὶ ἐμακρύνθησαν, καὶ ἐλάτρευσαν τῇ κτίσει παρὰ τὸν κτίσαντα· οὐ μόνον δὲ, ἀλλὰ καὶ τοῖς λατρεύουσι τῷ Θεῷ ἐπανέστησαν, καὶ χεῖρα ἐπανετείναντο δυσσεβῆ καὶ τοιούτων κακῶν ἀξίαν;
Μετάφραση
ΚΗ'. Αυτά, λοιπόν, πρωτύτερα και σκεφτόμουν και αναβοούσα προς τον Θεό· τώρα όμως πόσο διαφορετικές είναι οι φωνές που υψώνω αντί των προηγούμενων! Θρηνώ πλέον την απώλεια των ασεβών, και γίνομαι φιλάνθρωπος προς εκείνους που μας μισούν, και αναφωνώ τα εξής: Πώς οδηγήθηκαν στην ερήμωση; Ξαφνικά εξέλιπαν, χάθηκαν εξαιτίας της ανομίας τους, σαν τη σκόνη που την υφάρπαξε η λαίλαπα, σαν το χνούδι που σκορπίζεται από τον άνεμο, σαν την πρωινή δροσιά, σαν τον συριστό ήχο του βέλους που εκτοξεύτηκε, σαν το χτύπημα της βροντής, σαν την αστραπή που διασχίζει τον ουρανό. Εάν, λοιπόν, τώρα μεταπείθονταν, και αφού σταματούσαν την πολλή πλάνη και τη μέθη τους, επιδίωκαν την αλήθεια, ίσως να προέκυπτε για αυτούς κάποιο όφελος ακόμη και από την πτώση τους· επειδή πολλές φορές η παιδαγωγία αποβαίνει προς το καλό αυτών που πάσχουν. Εάν όμως παρέμεναν στην ίδια γνώμη, και προσκολλώνταν ακόμη στα είδωλα, και δεν συνετίζονταν από τη συμφορά, πράγμα που νουθετεί ακόμη και τους ανόητους. Την μεν Ιερουσαλήμ ο Ιερεμίας την θρηνεί τόσο πολύ, ώστε παραγγέλλει ακόμη και στα άψυχα να θρηνήσουν και προκαλεί να χύσουν δάκρυα τα τείχη. Για αυτούς όμως, ποιος επάξιος θρήνος θα βρεθεί; Ή ποιος θα μπορούσε να οδύρεται για τα παρόντα, παραλείποντας να δακρύσει για τη μέλλουσα κόλαση, για όσα αφρόνως έπραξαν, και απομακρύνθηκαν, και λάτρεψαν την κτίση αντί για τον Κτίστη; Και όχι μόνο αυτό, αλλά εξεγέρθηκαν και εναντίον εκείνων που λατρεύουν τον Θεό, και ύψωσαν δυσσεβές χέρι, το οποίο είναι άξιο για τέτοια δεινά;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες