οὐκ ἄρα παρακαλέσαι ἤλθετε.» 21,29a 〈ἐρωτήσατε παραπορευομένους ὁδόν,〉 29b 〈καὶ τὰ σημεῖα αὐτῶν οὐκ ἀπαλλοτριωθήσεται,〉 21,30a 〈ὅτι εἰς ἡμέραν ἀπωλείας κουφίζεται ὁ πονηρὸς〉 30b 〈καὶ εἰς ἡμέραν ὀργῆς αὐτοῦ ἀπαχθήσεται.〉 21,31a 〈τίς ἀπαγγελεῖ ἐπὶ πρόσωπον αὐτοῦ τὴν ὀργήν;〉 31b 〈καὶ αὐτὸς ἐποίησεν, τίς ἀνταποδώσει αὐτῷ;〉 21,32a 〈καὶ αὐτὸς εἰς τάφους ἀπηνέχθη〉 32b 〈καὶ ἐπὶ σορῷ ἠγρύπνησεν.〉 21,33a 〈ἐγλυκάνθησαν αὐτῷ χάλικες χειμάρρου,〉 33b 〈καὶ ὀπίσω αὐτοῦ πᾶς ἄνθρωπος ἀπελεύσεται〉 33c 〈καὶ ἔμπροσθεν αὐτοῦ ἀναρίθμητοι.〉 21,34a 〈πῶς δέ με παρακαλεῖτε κενά;〉 34b 〈τὸ δὲ ἀφ᾽ ὑμῶν καταπαῦσαί με οὐδέν.〉 22,1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ ΔΕ ΕΛΙΦΑΖ Ο ΘΑΙΜΑΝΙΤΗΣ ΛΕΓΕΙ· 22,2 〈πότερον οὐχὶ ὁ κύριός ἐστιν ὁ διδάσκων σύνεσιν καὶ ἐπιστήμην;〉 καὶ οὗτος τοῦτο ὡμολόγησεν ἡττηθείς. εἶτα, ἐπειδὴ ἐκ τῶν εἰρημένων συνήγετο τὸ μὴ εἶναι ἀσεβῆ τὸν Ἰὼβ μηδὲ δεῖν ἀπὸ τῶν τιμωριῶν τοὺς τρόπους στοχάζεσθαι 〈...〉. ὅρα, πῶς κακούργως· ταύτῃ σχεδὸν καὶ τὴν πρόνοιαν ἀναιρεῖ· 22,3a 〈τί γὰρ μέλει τῷ κυρίῳ, ἐὰν σὺ ᾖς ἄμεμπτος τοῖς ἔργοις;〉 τουτέστιν· οὐδὲν τοῦτο πρὸς τὸν θεόν. 22,3b 〈ἢ ὠφέλεια αὐτῷ, ὅτι ἁπλώσεις τὴν ὁδόν σου;〉 «μὴ γάρ τι εἰς τὴν αὐτοῦ συντελεῖ τοῦτο ὠφέλειαν;» φησίν.
Μετάφραση
«Επομένως, δεν ήρθατε για να παρηγορήσετε.» 21,29a 〈Ρωτήστε τους οδοιπόρους,〉 29b 〈και τα σημεία τους δεν θα παραβλεφθούν,〉 21,30a 〈ότι κατά την ημέρα της απώλειας ανακουφίζεται ο πονηρός〉 30b 〈και κατά την ημέρα της οργής του θα απομακρυνθεί.〉 21,31a 〈Ποιος θα του αναγγείλει κατά πρόσωπο την οργή;〉 31b 〈και για όσα αυτός έπραξε, ποιος θα του ανταποδώσει;〉 21,32a 〈Και ο ίδιος οδηγήθηκε στους τάφους〉 32b 〈και πάνω στη σορό ξαγρύπνησε.〉 21,33a 〈Του φάνηκαν γλυκά τα χαλίκια του χειμάρρου,〉 33b 〈και πίσω του θα πορευθεί κάθε άνθρωπος〉 33c 〈και μπροστά του αναρίθμητοι.〉 21,34a 〈Πώς λοιπόν με παρηγορείτε μάταια;〉 34b 〈ενώ η προσπάθειά σας να με αναπαύσετε είναι ένα τίποτα.〉 22,1 ΠΑΙΡΝΟΝΤΑΣ ΔΕ ΤΟΝ ΛΟΓΟ Ο ΕΛΙΦΑΖ Ο ΘΑΙΜΑΝΙΤΗΣ ΛΕΕΙ: 22,2 〈Μήπως δεν είναι ο Κύριος που διδάσκει σύνεση και γνώση;〉 Και αυτός το ομολόγησε αυτό, έχοντας ηττηθεί. Έπειτα, επειδή από όσα ειπώθηκαν προέκυπτε το συμπέρασμα ότι ο Ιώβ δεν ήταν ασεβής και ότι δεν πρέπει κανείς να κρίνει τον χαρακτήρα κάποιου με βάση τις τιμωρίες 〈...〉. Πρόσεξε, με πόση δολιότητα: με αυτόν τον τρόπο σχεδόν αναιρεί και τη θεία πρόνοια· 22,3a 〈διότι τι τον μέλει τον Κύριο, εάν εσύ είσαι άμεμπτος στα έργα σου;〉 δηλαδή: αυτό δεν έχει καμία σημασία για τον Θεό. 22,3b 〈ή ποια είναι η ωφέλειά του, εάν εσύ καταστήσεις ευθεία την οδό σου;〉 «Μήπως δηλαδή αυτό συντελεί καθόλου στη δική του ωφέλεια;» λέει.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες