ἀλλὰ τίς, ὅταν κρίνῃ, ἀντερεῖ αὐτῷ;» 23,12b 〈ἐν δὲ κόλπῳ μου,〉 φησίν, 〈ἔκρυψα ῥήματα αὐτοῦ.〉 23,13a 〈εἰ δὲ καὶ αὐτὸς ἔκρινεν οὕτω, τίς ἐστιν ὁ ἀντερῶν αὐτῷ;〉 13b 〈ὃ γὰρ αὐτὸς ἠθέλησεν, καὶ ἐποίησεν.〉 23,15a 〈διὰ τοῦτο ἐπ᾽ αὐτῷ ἐσπουδάκειν,〉 15b 〈νουθετούμενος δὲ ἐφρόντισα αὐτοῦ.〉 15c 〈ἐπὶ τούτῳ ἐπὶ προσώπου αὐτοῦ κατασπουδασθῶ,〉 15d 〈κατανοήσω καὶ πτοηθήσομαι ἐξ αὐτοῦ.〉 «οὐχ ἥμαρτον», φησίν, «καὶ τί τοῦτο;» οὐ γὰρ δὴ μόνον ἀπὸ τῆς τῶν ἁμαρτημάτων ἐξουσίας ἔξεστι κολάζειν θεῷ, ἀλλὰ καὶ τούτων χωρίς, τῶν ἁμαρτημάτων λέγω. 23,16a 〈κύριός μου ἐμαλάκυνε τὴν καρδίαν,〉 16b 〈ὁ δὲ παντοκράτωρ ἐσπούδασεν ἐπ᾽ ἐμέ.〉 23,17a 〈οὐ γὰρ ᾔδειν, ὅτι ἐπελεύσεταί μοι γνόφος,〉 17b 〈πρόσωπον δέ μου καλύψει σκότος.〉 «οὐ κατὰ ἀκολουθίαν ἀνθρωπίνην γέγονε τοῦτο», φησίν, «ἀπροσδόκητον τὸ κακόν. στοχάζομαι τῆς τοῦ θεοῦ χειρὸς εἶναι τὴν πληγήν.» καὶ καλῶς εἶπεν· πρὸ προσώπου μου. οὐ γὰρ κοινὸν τὸ σκότος ἐστίν, ἀλλὰ τῆς ἀθυμίας ἐστίν. εἶτα πάλιν ὁμοίως ἀπορεῖ καί φησιν· «διὰ τί ἀσεβεῖς εὐπραγοῦσιν;» 24,1 〈διά τί δέ,〉 φησίν, 〈κύριε, ἔλαθον ὥρας〉 24,2a 〈ἀσεβεῖς ἄνδρες;
Μετάφραση
«αλλά ποιος, όταν Εκείνος κρίνει, θα του φέρει αντίρρηση;» 23,12b 〈Στον κόλπο μου δε,〉 λέει, 〈έκρυψα τα λόγια του.〉 23,13a 〈Εάν δε ο ίδιος έκρινε έτσι, ποιος είναι αυτός που θα του φέρει αντίρρηση;〉 13b 〈Διότι ό,τι ο ίδιος θέλησε, το έπραξε.〉 23,15a 〈Γι' αυτό ταράχθηκα ενώπιόν του,〉 15b 〈και καθώς νουθετούμουν τον συλλογιζόμουν.〉 15c 〈Εξαιτίας αυτού θα ταραχθώ ενώπιον του προσώπου του,〉 15d 〈θα τον κατανοήσω και θα τρομάξω εξαιτίας του.〉 «Δεν αμάρτησα», λέει, «και τι με αυτό;» Διότι ο Θεός δεν έχει την εξουσία να τιμωρεί μόνο εξαιτίας των αμαρτημάτων, αλλά και χωρίς αυτά, τα αμαρτήματα εννοώ. 23,16a 〈Ο Κύριός μου αποδυνάμωσε την καρδιά μου,〉 16b 〈και ο Παντοκράτορας με συντάραξε.〉 23,17a 〈Διότι δεν γνώριζα ότι θα έλθει πάνω μου γνόφος,〉 17b 〈και ότι σκοτάδι θα καλύψει το πρόσωπό μου.〉 «Αυτό δεν συνέβη σύμφωνα με τη φυσιολογική ανθρώπινη ακολουθία», λέει, «απροσδόκητο είναι το κακό. Συμπεραίνω πως η πληγή προέρχεται από το χέρι του Θεού.» Και ορθά είπε: προ του προσώπου μου. Διότι το σκοτάδι δεν είναι το κοινό (φυσικό), αλλά είναι το σκοτάδι της αθυμίας. Έπειτα πάλι ομοίως απορεί και λέει: «Γιατί οι ασεβείς ευημερούν;» 24,1 〈Γιατί δε,〉 λέει, 〈Κύριε, διέλαθαν τις καθορισμένες ώρες〉 24,2a 〈οι ασεβείς άνδρες;〉
Περισσότερα
Λεπτομέρειες